Guest, slideshow-3

Η Άρτεμις

tyxi-tetrafyllo-trifylli-gouri

ένα διήγημα του Μάνου Μαυρομουστακάκη.

Γεννήθηκε μια ξεχειλωμένη χρονιά. Το έτος που στην περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο η ανθρώπινη μέτρηση θα συμπλήρωνε μια επιπλέον μέρα, για να εξορθολογίσει την αναντιστοιχία. Έτσι γιόρταζε γενέθλια κάθε τέσσερα χρόνια, την 29η Φεβρουαρίου, γιορτάζοντας τη δική της Ολυμπιάδα.

Δεν ήταν η μόνη της ιδιαιτερότητα. Από μια ιδιοτροπία της τύχης, γεννήθηκε στη διάρκεια ενός ταξιδιού της μητέρας της Δήμητρας, σε δωμάτιο πλοίου της γραμμής, που μετατράπηκε εκτάκτως για την περίσταση σε αίθουσα τοκετών.

Είχαν ξεκινήσει η Δήμητρα και ο Κώστας ο άντρας της, με προορισμό την Αθήνα, όπου ήταν προγραμματισμένο να γεννήσει η Δήμητρα, αλλά κάτι η ανυπομονησία της μικρής, κάτι η πεποίθησή τους, ότι θα συμπληρωνόταν ο χρόνος των εννέα μηνών, τους εξέθεσε στην αγωνία του μη αναμενόμενου. Ευτυχώς εξελίχθηκαν όλα καλά και μάλιστα ένας γιατρός, που βρέθηκε να συνταξιδεύει μαζί τους και έκανε χρέη μαιευτήρα, κανονίσθηκε κοινή συναινέσει, να γίνει ο νονός της μικρής. Ιδιαίτερος όμως και του λόγου του, απαίτησε το όνομα Άρτεμις, αντί του Διονυσία που ήταν προγραμματισμένο. Αρχαιολάτρης και μοιρολάτρης, το συνδύασε με το όνομα της μαμάς και τους το παρέδωσε τελεσίγραφο, όταν του έγινε η σχετική πρόταση.

Η Άρτεμις μεγάλωνε με μια παράξενη, ευτυχή συγκυρία για μόνιμη παρέα της, που εκτός των άλλων, την ήθελε να βγάζει το τελευταίο εισιτήριο στην παιδική παράσταση ή για παράδειγμα να απολαμβάνει την τελευταία ηλιόλουστη μέρα στην παραλία που έκανε τα μπάνια της, πριν … η παιδική παράσταση δώσει το κύκνειο άσμα της, πριν ο καιρός φέρει ακριβώς την επόμενη τις καταιγίδες του  στην παραλία. Μετά, ήταν η ίδια συγκυρία, που όταν καλοδιάβαζε το μάθημα της, αυτό έπεφτε διαγώνισμα, όταν επιθυμούσε να πάει κάπου μεσοβδόμαδα …τύχαινε κι έκαναν απεργία οι δάσκαλοι, όταν λαχταρούσε γλυκό ενώ μελετούσε στο δωμάτιο της, κτυπούσε το κουδούνι η γειτόνισσα να φέρει ένα κομμάτι από το κέικ που μόλις είχε φτιάξει. Ήταν δηλαδή σαν να προλάβαινε τον χρόνο στις αποφάσεις του, για να τον κατευθύνει καίρια προς τις επιθυμίες της.

Στην αρχή δεν είχε γίνει αντιληπτό από το περιβάλλον της, συν τω χρόνω όμως και με την ενηλικίωση της Αρτέμιδας – όπως απαιτούσε ο νονός της να τη φωνάζουν –  τα πράγματα άρχιζαν να μυρίζουν εύνοια από παντού.

Όλα γίνονταν πάντα κατά έναν κανονιστικό τρόπο, που πολύ βόλευε την μικρή Αρτέμιδα. Με ριζικό λοιπόν τόσο καλόβολο, είναι γεγονός ότι δεν είχε νιώσει αυτό που λεν οι άλλοι απογοήτευση και όταν χρησιμοποιούσε τη συγκεκριμένη λέξη θα ήταν συνήθως για θέματα εντελώς επουσιώδη. Έτσι τέλειωσε με υποσύνολο κόπου το σχολείο, πέρασε στην οδοντιατρική όπως ήθελε, με την πρώτη και φυσικά έμεινε στο σπίτι της, αφού πέρα από τη σχολή πέτυχε και την πόλη της προτίμησής της. Βέβαια τα συγχαρητήρια που εισέπρατε -ένεκα της συνήθειας- έγιναν με τον καιρό περισσότερο τυπική υπόθεση παρά ουσιαστική απόδοση.

Εννοείται βέβαια, ότι την ερωτεύθηκαν τα αγόρια που εκείνη είχε διαλέξει και ότι αποχώρησαν ακριβώς, όταν άρχισε να μπουχτίζει με τη σχέση τους. Οι γονείς της μεγάλωναν το παιδί σαν να είχε αναλάβει άλλος την υποχρέωση. Ένα λαχείο, που επέλεγε κάθε φορά στην κλήρωση του να αντιγράφει τον αριθμό του δικού τους.

Κάποια στιγμή τέλειωσε στην ώρα της και τη σχολή της. Ο πατέρας της τότε την ρώτησε για τα μελλοντικά της σχέδια και για τη προοπτική να ανοίξει οδοντιατρείο. Η ερώτηση βέβαια μισοέγινε, γιατί ο Κώστας όσο τυχερός ήταν με την Άρτεμι, άλλο τόσο άτυχος ήταν στις επαγγελματικές του υποθέσεις. Είχε κάνει τρεις φορές επανεκκίνηση στα επιχειρηματικά του σχέδια και στις δύο απέτυχε με πάταγο, την τρίτη δεν πρόλαβε ακόμα, αλλά για κει το πήγαινε ολοταχώς. Έτσι τα χρήματα για  το οδοντιατρείο στην ουσία δεν τα είχε, αλλά ως καλός πατέρας ένιωθε πως όφειλε να ρωτήσει.

Ο νονός της μικρής, που παρακολουθούσε όλα αυτά τα χρόνια την πορεία της οικογένειας εκ του μακρόθεν, προσφέρθηκε τότε να βοηθήσει την αναδεξιμιά του, αφού την έβλεπε δικό του παιδί.΄Ισως και εξ’αιτίας των τύψεων που ένιωθε, αφού όλον αυτόν τον καιρό δεν ήταν κοντά σε κείνη και στην οικογένεια της.

Δυστυχώς για κείνον όμως, ό,τι δεν πρόλαβε να κάνει με τη ζωή του, το έκανε με τον θάνατο του. Πέθανε άνευ προειδοποιήσεως από εγκεφαλικό, ωστόσο είχε προλάβει –διαίσθηση ή πρόνοια ποιος μπορεί να πει- να κάνει διαθήκη και να αφήσει την μισή του περιουσία στην Άρτεμι. Στενοχωρήθηκε εκείνη που τον ένιωθε δικό της άνθρωπο, αν και δεν τον πολυέβλεπε, ωστόσο τα πράγματα δεν τα φτιάχνει η στενοχώρια, ούτε όμως η χαρά τα φτιάχνει. Γεγονός πάντως ήταν, πως βρέθηκε με σπίτι και μετρητά στη θέση του νονού, κάτι σαν εχέγγυα για να τον θυμάται.  Ο Κώστας και η Δήμητρα επίσης στενοχωρήθηκαν, αλλά έτσι είναι η ζωή και όλοι οφείλουν να κοιτούν μπροστά.

Η Άρτεμις όταν πέρασε λίγο ο καιρός, αποφάσισε εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία να μείνει μόνη στο καινούριο σπίτι της και να ψάξει με τα χρήματα που της άφησε ο νονός, να ανοίξει οδοντιατρείο κάπου κοντά. Εννοείται, πως τότε ελευθερώθηκε ένα γραφείο στην ωραιότερη πολυκατοικία τής περιοχής, που ο ιδιοκτήτης του δεν θα είχε κανένα λόγο να μη το ενοικιάσει “οδοντιατρείο”, μια κατά τεκμήριο ασφαλή … επιχείρηση. Ίσως να είχε κάνει και δεύτερες σκέψεις, σχετικές με τις προβληματικές οδοντοστοιχίες του.

Όλα καλά λοιπόν, ωστόσο η χαρά της Αρτέμιδος έδειχνε χαρά ρουτίνας.

Τόσο υποψιασμένη ήταν με την μοίρα της, που στην ουσία άρχισε να βλέπει τις χαρές της … μισές. Λειτουργούσαν βλέπεις όλα με μια μονομέρεια, που της είχε απονευρώσει τον συναισθηματικό της κόσμο.

Έβλεπε τις φίλες της να υποφέρουν, να μοχθούν, να πελεκάνε τη ζωή τους με τα ζόρια της και δεν μπορούσε στ΄αλήθεια να τις καταλάβει. Μετά έβλεπε πόσο λαμπερή ήταν η χαρά στα πρόσωπα τους, όταν πετύχαιναν κάτι από τους στόχους τους και πάλι δεν μπορούσε να τις συμμεριστεί. Αυτές αισθάνονταν.

Εκείνη αντίθετα, σα να ήταν άθυρμα κάποιας εμμονικής μοίρας, έμοιαζε σιγά σιγά να απονευρώνεται από τη γνησιότητα των συναισθημάτων της. Κάποτε δεν το συνειδητοποιούσε, ωστόσο τελευταία άρχισε να βλέπει τα “καλά” που τόσο άκοπα της είχαν παραδοθεί, ως παγίδα. Ύστερα όμως σε ποιον να το έλεγε και να μην την έπαιρνε στο κυνήγι. Όλοι τη θεωρούσαν σαν το πιο ευτυχισμένο πλάσμα του πλανήτη. Μόνο εκείνη ήξερε πόσο πλαστική ένιωθε την ευτυχία της.

Ένιωθε ότι κάπως έπρεπε να αντιδράσει. Έκανε το αδιανόητο. Ζήτησε από τον πατέρα της να νοικιάσει το σπίτι και να μείνει σε ένα πολύ υποδεέστερο σε μια λαϊκή συνοικία. Μετά, με πολύ δισταγμό είναι αλήθεια, θέλησε να ακυρώσει και την απόφαση της για το οδοντιατρείο. Οι γονείς της πήγαν να πάθουν εγκεφαλικό. Δεν κατάλαβαν λέξη από τις αιτιάσεις της Αρτέμιδας. Το παιδί μας τρελάθηκε, συμφώνησαν με ένα στόμα. Όταν μάλιστα με δόλο θέλησαν να κλείσουν ραντεβού με έναν ψυχολόγο- ψυχίατρο να τους διαφωτίσει, εκείνη δέχτηκε κάνοντας την ανυποψίαστη.

Ο γιατρός εννοείται βρέθηκε προ θετικής εκπλήξεως. Διεπίστωσε ότι η …ασθενής τα είχε παραπάνω από τετρακόσια, τόσο που για μια στιγμή, του φάνηκε πως είχε παραδοθεί εκείνος στη θέση της, σε ψυχανάλυση. Ήταν βλέπεις και τα παιχνίδια της Αρτέμιδος  –είχε αποφασίσει να “παίξει” μαζί του, παρασυρμένη από τη νιότη και την εκλεπτυσμένη εμφάνιση του- που του θόλωσαν τον νου.

Υπήρχε όμως και μια βέρα στο χέρι του.

Καλύτερα, σκέφτηκε η Άρτεμις. Ένας λόγος παραπάνω να τον ερωτευθώ και ας αποτύχω. Ίσα να ζήσω αυτό που ακούω, ως ανεκπλήρωτο έρωτα.

Σκέψη φερετζές, αφού το σώμα της είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του.

Τη συνέχεια την υποπτεύεστε. Η Άρεμις άρχιζε να …ξανανιώθει με τον γιατρό.

Μετά από κάποιες συνεδρίες και κείνος. Η βέρα στο χέρι του είχε ξεκινήσει να … θαμπώνει για τα καλά.

Μόνο που η Άρτεμις δεν ήταν πια η ίδια.  Ένιωθε μπλοκαρισμένη.

Στη σύγχυση του έρωτα της δεν μπορούσε να ξεδιαλύνει, αν αυτό που ένιωθε ήταν επιτέλους χαρά ή κάτι άλλο. Από τη μια σκεπτόταν πως θα διέλυε μιαν οικογένεια, από την άλλη ένιωθε ότι είχε βρει τον άντρα που ονειρευόταν.

Αυτά είχε κατά νου, όταν βγήκε έξω μονάχη να περπατήσει στον αέρα, που δρόσιζε τις ψυχές που καίγανε. Τότε έκλαψε γνήσια για πρώτη φορά.

Από χαρά και στενοχώρια της. Συμμεριζόμενη βλέπεις τον πόνο, που θα προξενούσε στην οικογένεια του γιατρού, ένιωθε λύπη. Όμως από την άλλη ένιωθε και ανακούφιση, αφού η μοίρα της θα της έδινε επιτέλους το δικαίωμα να πονέσει.

Για χάρη ενός άντρα, για την εικόνα του, που την είχε για φωτογραφία του πεπρωμένου της. Μπερδεμένα πράγματα.

Ίσως ωστόσο, αυτή τη φορά να είχε φθάσει η ώρα που η Άρτεμις, θα είχε στ’αλήθεια τον «καλό» της ανάγκη … και για την επαγγελματική του ιδιότητα.

 

 

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Μάνος Μαυρομουστακάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960.

Απόφοιτος της Μαθηματικής Σχολής του Παν/μίου Ιωαννίνων

Μαθήτευσε στη Φιλοσοφική Αθηνών στο τμήμα «Ιστορία Τέχνης»

Πρόσφατα εξέδωσε

Τις ποιητικές συλλογές «Οδοιπόρες λέξεις», «190+1 χάικου», και «Ασύμμετρες Αναπνοές» εκδ. Γαβριηλίδης

και το θεατρικό έργο «Η Παράσταση»   εκδ. Δωδώνη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Η Άρτεμις

ένα διήγημα του Μάνου Μαυρομουστακάκη. Γεννήθηκε μια ξεχειλωμένη χρονιά. Το έτος που στην περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο