Guest, slideshow-3

Αγάπη

love-old-agapi-geroi

γράφει ο Δρ.φ. Φώτιος Χρήστου

                                                           

Το μείζον, άγαν, άγη, που εκφράζεται με τον ταπεινό, ελάσσονα τρόπο του ανθρωπίνως και ευκοσμίως διάγειν

 

«Εν ά ευνάσθην αγάπατος ……….λέγεται δε θεωρούς απιούσιν…………» Πίνδαρος

 

Θα μπορούσε κανείς αυθόρμητα να πει πως η αγάπη είναι το ουσιαστικό σημείο του παγκόσμιου και του ατομικού μας πολιτισμού, αλλά και το αρχέγονο κάλλος που προβάλλεται ως η αέναη προοπτική και ως η κόσμια δράση στο έσχατο μέλλον μας. Συνιστά επίσης αυτό το θαυμαστό ανθρώπινο γεγονός και τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται κάθε μικρόκοσμος μας στη ασφαλή σφαίρα του συναισθηματικού ωκεανού της ζωής μας. Αποτελεί αναντίρρητα η αγάπη και το μέσο με το οποίο υπεραπλουστεύεται το βιοτικό μας σύμπαν και μεταβάλλεται σε ένα συμπαθητικό οικείο περιβάλλον χάριν του οποίου δύναται να φιλοξενηθεί κάθε μοναχκή ψυχή του εσωτερικά απομονωμένου και πνευματικά περιορισμένου στην εποχή μας ανθρώπου.

Ως εκ τούτου είναι θα λέγαμε η αγάπη ο Παρθενώνας της ψυχής, ο οποίος μας επιτρέπει αυτόν που αγαπά δικαίως να τον θεωρούμε ως το ομορφότερο «και ειδείν τέρπεσθαι» πρόσωπο και συνεπώς να το περιλαμβάνουμε στους αξιοθέατους και αξιοσέβαστους διαχρονικούς υπαρξιακούς μας προορισμούς. Γιαυτό το «πρώτο πράγμα πού καμε ο θεός είναι η αγάπη», λέει ο Γιώργος Σεφέρης. Το γεγονός αυτό σημαίνει πως ανάγεται η ιερή αυτή γαιώδης, μαγματώδης και φλογώδης ουσία της σκέψης και του συναισθήματος μας στην αρχή κάθε έλλογης ύπαρξης. Πρόκειται για την ασύλληπτη πράξη της δημιουργίας που εκκοσμικεύει και μορφοποιεί την τυφλή και διάπυρη ύλη της ζωής και τη μετατρέπει από ηφαιστειακή και άμορφη άγνοια της σκοτεινής χρονικά πραγματικότητας σε συμπαθητική στάση θυσίας του επικού πάντοτε ανθρώπου.

 Πράγματι αποτελεί η αγάπη την πρώτη και την παντοτεινή εκδήλωση κατά την οποία εισάγονται στην ευαίσθητη ζωή το φως και οι αισθήσεις του συγκινησιακού ανθρώπου. Από αυτή τη σκοπιά θεωρούμενη η αγάπη είναι ο τρόπος με τον οποίο νοηματοδοτούνται η συντροφιά και ο έρωτας. Συνιστά βεβαίως η συγκλονιστική αγάπη την απόφαση με την οποία σημαίνεται η επιδέξια πράξη με την οποία συλλαμβάνονται οι θαυμαστές αντιδράσεις κάθε ασύλληπτης, αυθόρμητης στιγμής που από τον άνθρωπο προσδίδεται ανθρώπινο περιεχόμενο στη ζωή. Αναμφιβόλως η αγάπη είναι η όμορφη συγκατάνευση σε κάθε κίνηση του θετικού στην αγάπη ατόμου και η γλυκιά ευλογία που μετουσιώνει τη θεωρία σε προσωπική έμπνευση του αλλά αποτελεί και την τέχνη που του επιτρέπει ευγενικά να ζει τον κόσμο του και ελεύθερα να συλλαμβάνει τον εαυτό του.

Λόγω της αναίτιας και της άχρονης φύσης της η αγάπη είναι και μια άσκηση αξιοπρέπειας, συνιστά το απόλυτο μέτρο για την ποιοτική αποτίμηση της ζωής και αποτελεί τον ιδανικό σκοπό, που επιτρέπει στον έμπλεο του ανθρώπινου αυτού συναισθήματος «αγαπώντος υποκειμένου»να υπηρετεί την ομορφιά. Συνεπώς η αγάπη είναι έργο όσων έχουν όραμα, εκείνων που διαθέτουν ψυχή και αυτών που ενεργούν χάριν της ανεπιτήδευτης πρόθεσης τους να υπάρξουν ανεξάρτητοι μέσα και πέρα από τον εαυτό τους. Αυτό σημαίνει πως η αγάπη διευρύνει τον άνθρωπο σε περιοχές που εκτείνονται χωρίς τον περιορισμό της εγωπαθούς υποκειμενικότητάς του. Έτσι μεταβάλλεται η αγάπη σε υπόθεση του πηγαίου καλλιτέχνη της ζωής, που σμιλεύει την ημέρα του και εξανθρωπίζει το ηλιοφώτιστο πρόσωπό της.

Είναι σίγουρα η αγάπη και η φύση εκείνη του ασυμβίβαστου και ασύμβατου σε πάθη ατόμου που διαστέλλει τον υπαρξιακό του χώρο και τον μεταμορφώνει σε ικανό πρόσωπο να χαρίζει τον χρόνο του και να προσφέρει τα εξωστρεφή συναισθήματά του στους άλλους, ώστε να γλυκάνει τον καιρό και να στεγάσει το άναρθρο και απροσπέλαστο μοναχικό περιεχόμενό τους στο μεγάλο, προσιτό και ευρύχωρο φιλάνθρωπο κόσμο του. Συνεπώς η αγάπη είναι το αποτέλεσμα κάθε ενάρετης παρόρμησης και η ιερή συνέπεια της αλάνθαστης θέασης των πραγμάτων, αλλά και αποτελεί την αφετηρία της μεγαλοψυχίας μας. Έτσι η αγάπη μεταμορφώνεται σε εκδήλωση ηθικής τόλμης, εξελίσσεται σε στάση αιωνιότητας συγκροτείται σε πράξη ανθρωπιάς και φυσικά αξιώνεται σε ακατάβλητη διαρκή ανάβαση ως την ακρόπολη της δύσκολης στην εποχή μας ευπρέπειας, την οποία δυστυχώς ακυρώνει η ηδονική και η τρυφηλή ροπή του υλικού ανθρώπου στην παρακμή.

Χωρίς αμφιβολία η αγάπη όπως και κάθε άλλη υψηλή αξία υπάρχει για να αποτιμούμε τη βιωματική μας πορεία και λειτουργεί για να αξιολογούμε την απόστασή της από τον ακέραιο λόγο μας και το καθαρό φως της απλότητας μας. Επομένως η αγάπη είναι σίγουρα και η έσχατη σοφή αλήθεια μας, αλλά και το όριο που τίθεται πέρα από το σημείο του αντικατοπτρισμού και του προσανατολισμού μας, ώστε να αποτελεί το τίμημα για να ολοκληρώσουμε ως συναισθηματική και λογική ύπαρξη τα δικαιώματα μας. Ως αρχή και τέλος κάθε συναισθηματικής ζωής η αγάπη αποκαλύπτει την ψυχική ενηλικίωση του ανθρώπου και ενεργεί ως προυπόθεση, που μας επιτρέπει να αναμένουμε δικαιολογημένα ένα καλύτερο για τον κόσμο μέλλον.

Συνιστά αναμφίβολα η αγάπη και τη θεική εκείνη περιπέτεια του ανθρώπου με τις πολλές καλοκαιρινές χρυσές και ουράνιες προσδοκίες του. Αποτελεί η αγάπη επίσης το σύνολο των αγαθών σκέψεων που ευωδιάζουν με την αγνή θέλησή της και ενισχύει με τα θεικά εκείνα νεύματά της αυγής της την επίγεια ευτυχία αυτού του ευαίσθητου ατόμου, στο οποίο ταυτόχρονα κληροδοτεί με τα αθάνατα αγαθά της το παρελθόν αλλά και προετοιμάζει το μέλλον του. Και αυτό γιατί η αγάπη είναι η δύναμή μας να υπερβαίνουμε τα ασφυκτικά σύνορα των μικρόψυχων αισθήσεων μας όπως ακριβώς συμβαίνει με την όραση που την ολοκληρώνει η φαντασία και την αυξάνει το όραμα προκειμένου να ξεπεράσει το ανθρώπινο αυτό μέσο αβλαβώς τον υλικό της ορίζοντα.

Πρόκειται για το σεμνό εκείνο τρόπο που συντονίζει τη φυσική μας τάξη, γι αυτό η αγάπη είναι ο έγκατος υπαρξιακός ρυθμός, που εναρμονίζει το τιτίβισμα των πουλιών, με τα αθάνατα άσματα του σεμνού λόγου μας. Είναι επίσης αυτό το φυσικό μας μυστήριο και οι κοσμογονικές συλλαβές της ιδανικής κοινωνίας μας που συνυφαίνουν το κελάρυσμα του φυσικού καιρού με το φιλόστοργο για τον άνθρωπο πόνο. Έτσι ελαφρύνει ο ιδιαίτερος αυτός λόγος με την παραμυθητική φωνή το χρόνο και εξημερώνει με το μελωδικό ύμνο της υπαρξιακής ηθικής τη ζωή προκειμένου μέσω αυτής της αγνής συγκίνησης που αναβλύζει από τα ανθρώπινους συναισθηματικούς μας ορίζοντες να αρδεύεται η άνυδρη ψυχή και να μεταβάλεται σε εύφορη πεδιάδα,σήμερα της αγάπης.

Σίγουρα η αγάπη ως ποίηση είναι η ομορφότερη φύση μας και ο έντιμος λόγος μας προκεμένου να περιγράψουμε την πιο ανθρώπινη έφοδο μας στον καθαρό ουρανό της ανθρωπιάς μας. Κατ αυτόν τον τρόπο θεωρούμενη η αγάπη αποτελεί την ανάτασή μας για να συλλάβουμε την πιο παρηγορητική κορυφή μας και συνιστά το αθάνατο σημείο στο οποίο φτάνει μόνο όποιος είναι έτοιμος να γεφυρώσει τα χαοτικά χάσματα που δημιουργεί ο αθεράπευτος ατομισμός του. Έτσι ταυτίζεται η αγάπη με τον μακρύ δρόμο μας και είναι συνεπώς εκείνο το ταξίδι της ζωής, στο οποίο μαθητεύουμε στην ανατολή του διαυγέστατου πρωινού της σκέψης μας και ασκούμαστε με την εσπέρα της οδοιπορίας μας που σκιάζει πίσω της την εμπειρία της ημέρας και τη σοφία της καλοσύνης μας.

Είναι αλήθεια πως η αγάπη ως μυστική σχέση και κοινό μυστικό κάθε ολοκληρωμένης εσωτερικά ύπαρξης επαναλαμβάνει το θαύμα της και με απλές κυρίως και απτές εκδηλώσεις παραπέμπει κατ ευθεία στο θαυμαστό και χαρούμενο με τα πρόσωπα των ανθρώπων εκείνο άτομο που συνάπτει μαζί τους εγκάρδια σχέση και τελεί με τις αναλλοίωτες προγονικές αγιογραφίες τους σε μυστική μέθεξη. Είναι βεβαίως η αγάπη ο πολύτιμος και δυσαναπλήρωτος σύνδεσμος της ζωής, που συνέχει με τα ασύλληπτα γεγονότα της ψυχής τον αμφίβολο και κατακερματισμένο κόσμο. Αναντίλλεκτα η αγάπη ως πίστη και απιστία έχει το βλέμμα, τη δύναμη, την κατευθυντήρια φορά, την ανεπανάλληπτη φύση αλλά και το χρώμα του ουρανού που εκπέμπεται όμως κάτωθεν και με ευλαβική ηρεμία από τον άνθρωπο που αγαπά. Έτσι η αγάπη ως κατεξοχήν ανθρώπινη αλλά και υπερφυσική συνάμα στάση συμβαίνει χωρίς λόγο και υπάρχει άνευ χρονικών περιορισμών. Αντίθετα ανθεί πέρα από κάθε επιτηδευμένη προαίρεση και ευωδιάζει σε τέτοιο ασφαλώς βαθμό, ώστε να καταργείται κάθε άβατο και να αφανίζονται οι ανθρώπινες αδυναμίες. Η αγάπη δηλαδή διασώζει την ανθρωπότητα του ανθρώπου και διαφυλάσσει τη θεική του φορά καθότι προκαλεί την ύπαρξη της δημιουργικής του μαγείας την οποία συνεπάγεται το χάδι και ζωογονεί με την αγαπητική του όραση την άδολη συμπάθεια.

Συνεπώς όποιος αγαπά επιτυγχάνει με την ευγενική του φύση να υπερνικήσει τις αδυναμίες του και κατορθώνει να λυτρωθεί από το μίσος, που ευδοκιμεί όπου λείπει η αγάπη. Άπαξ δηλαδή και για πάντα αγαπούμε τα πρόσωπα τα οποία με το άφθαρτο αυτό αίσθημα τα προστατεύουμε από την ερωτική φθορά και την υλική τους ιδιοτροπία. Αυτός βεβαίως είναι και ο τρόπος με τον οποίο ελευθερωνόμαστε από τα δέσμά της επικίνδυνης φυσικής μας εχθρότητας και ευγενώς αλλά και ανθρωπίνως υπάρχουμε. Όσον αφορά την αφετηρία και τα κίνητρα της αγάπης το συναίσθημα αυτό δε στηρίζεται στη λογιστική μας μνήμη ούτε συμπλέκεται ανταλλακτικά με τις ύποπτες και ελλειμματικές διαθέσεις μας, στις οποίες αυθορμήτως και συνειδητά αντιτίθεται.

Αρνείται επίσης η αγάπη τη χρηστική ανταπόδοση και την εσκεμμένη ευεργεσία των άλλων, και ασφαλώς αντιπαρέρχεται τις εκ των υστέρων ποσοτικές αξιολόγησεις των αποτελεσμάτων της. Κυρίως η αγάπη αβιάστως φύεται ή καλλιεργείται αλλά και καθίσταται ευγενής συνήθεια και τρόπος ζωής, όπως ακριβώς συμβαίνει με το εύκολο που στην αρχική του στιγμή εμφανίζεται ως ακατόρθωτη, ακατανόητη και δύσκολη υπόθεση. Αντίθετα η αγάπη υπάρχει για να διαφοροποιείται το καλό από το κακό, ενεργεί για να καθίσταται εφικτή η διάκριση του βάρβαρα άμορφου από το συγκλονιστικό κάλλος και αθόρυβα αλλά και υπαρξιακά συντείνει με την φρόνιμη αυθαιρεσία της, ώστε να καταργεί τις ύποπτες συνήθειες και να αίρει τις νοσηρές συναλλακτικές συμφωνίες μας και όλες εκείνες φυσικά τις εκδηλώσεις μας, που στηρίζονται στην μικροπρέπεια και στην μικροψυχία μας.

Αγαπά δηλαδή όποιος υπερβαίνει τη σκοτεινή ανάγκη να μισεί και εκείνος που είναι αποφασισμένος να συμφιλιωθεί κατά τρόπο έσχατο και συντροφικό με τον ακέραιο εαυτό του. Δεν χωρά αμφιβολία πως η αγάπη είναι έξοδος του ανθρώπου από τον εαυτό του, που επιμένει σε μια νοσηρή αγάπη, όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε εγωλατρία και εγωπάθεια.Σε αυτή την περίπτωση η αγάπη με τις συμφιλιωτικές της δυνάμεις συντρίβει τις επώνυμες και σκόπιμες ανάγκες και κινείται στο ηρωικό κόσμο της προσφοράς. Έτσι ο άνθρωπος που αγαπά δεν επιζητά την εξουσιαστική νίκη σε βάρος του άλλου ανθρώπου ούτε καθίσταται με το ασύλληπτο αυτό συναίσθημα ευάλωτος στην αντιπαλότητα και σε οποιοδήποτε πάθος του άμορφου και του επικίνδυνα παρορμητικού περιβάλλοντός του. Είναι γνωστό πως το μεγαλείο του ανθρώπου εξαρτάται συνήθως από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει συνειδητά κάθε του συντριβή αλλά και συναρτάται με τον τρόπο που αξιοποιεί τα μέσα που την αντιμετωπίζουν.

Προπάντων εξαίρετη θεωρείται η συμπεριφορά του εκείνη που εμφαίνει το σεβασμό και την προσήλωσή του στις υψηλές αξίες όπως αυτή της αγάπης με την οποία έχει την ευδαίμονα ευκαιρία να ανθρωποποιηθεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί αλλά και την τύχη να υπάρξει με μοναδικό και ανεπανάλληπτο τρόπο ως άξιος άνθρωπος και ως φίλιος συνάνθρωπος. Έτσι άτυχος δεν είναι εκείνος που στερείται της τύχης της αγάπης αλλά αυτός που την παραθεωρεί. Μοιραίο δηλαδή είναι κάθε άτομο που επικίνδυνα μεταχειρίζεται την αγάπη και όποιος ασκόπως τη δαπανά. Πρόκειται για την αλλοτριωτική εκείνη αδυναμία του εσωτερικά κενού ανθρώπου σήμερα ο οποίος για να συμβιβαστεί με την απουσία της δημιουργεί τα υλικά του κυρίως είδωλα, υπερθεματίζει τον θορυβώδη ερωτισμό ανάγει σε ιδεολογία το ενστικτώδες του δόγμα και επιζητά την υπογάστρια τέρψη προκειμένου να αισθανθει ψυχικά δικαιωμένος και με την ψευδαίσθηση της συναισθηματικής του επάρκειας να νιώσει ολοκληρωμενος.

Αυτό σημαίνει πως η αγάπη απαιτεί, για να αποτελέσει βίωμα, την αρετή της αυτοσυνειδησίας μας, χρειάζεται την όρθια ανάγνωση της καρδιάς μας, επιβάλλει τον συνεπή με την αγάπη ψίθυρο της ένθερμης για αγάπη ζωής, που συλλαβίζει εύγλωττα τον απέραντο βαθύ μας λόγο και αποκαλύπτει στους μυχούς της αδυσώπητης ύπαρξης τις ζώσες όψεις της αιωνίως ζητούμενης μουσικής εκείνης που υμνεί τη δόξα της λιτής και αδάμαστης ευταξίας μας. Έτσι η αγαπη ως διακήρυξη της πανανθρώπινης φύσης μας και ως έκφραση της λεπτότητας περιλαμβάνει την πιο συγκλονιστική ιστορία της θεικής μας προέλευσης και λατρείας και υπάρχει μετέωρη ως επική απόφαση του ανθρώπου που υπηρετεί το καλό και ευεργετεί κάθε εννοούμενη και υφιστάμενη πραγματικότητα.

Ωστόσο και παρά την αναγνωρισμένη της αξία το έλλειμμα της αγάπης χαοτικά διευρύνεται και κατ αυτό τον τρόπο διακόπτεται κάθε θεραπευτική σχέση μαζί της. Δικαιολογημένα συνεπώς μπορεί να υποστηρίξει κανείς, πως εξίσου μεγάλο πρόβλημα με την έλλειψη του ανθρώπου που αγαπά είναι και η απουσία του προσώπου που αγαπιέται. Μ αυτό τον τρόπο ανάγεται η αγάπη στις δύσκολες αρετές, αφού εξαρτάται από τη δυνατότητα του ατόμου να αποδέχεται το μεγαλείο του συγκλονιστικού αυτού συναισθήματος και ως έμπλεος φορέας αυτής της ανθρώπινης φλόγας αφειδώς και κατά τρόπο αυθόρμητο και φυσικό να τη μετα λαμπαδεύει αλλά και να τη χαρίζει, ώστε να ικανοποιεί τις πολυποίκιλες ανάγκες του.

Η συναισθηματική δηλαδή εμπειρία αυτής της φιλεύσπλαχνης ουσίας του πομπού και του δέκτη διαφέρει, καθότι ο αγαπών κινείται πέρα από τον συγκρουσιακό εγωισμό του, ενώ ο απρόθυμος κληρονόμος της μυστικής φιλόστοργης πραγματικότητας της αγάπης.πολιτεύεται κατά τρόπο συναισθηματικά αντίθετο και συμπεριφέρεται υπαρξιακά ανώριμα. Έτσι και σε κατάσταση εσωτερικής βεβήλωσής υποχρεώνεται η θεία αυτή συγκίνηση να εμφανίζεται στο παρορμητικό συνήθως αυτό υποκείμενο ως περιττή ευαισθησία και εξαναγκάζεται πολλές φορές να εκφυλίζεται,ώστε να φαίνεται η συγκεκριμένη αρετή ως παραποιημένο σκηνικό εμπόδιο του αλλά και να εκδηλώνεται ως ελλειμματικό χαρακτηριστικό του τέτοιο που προσιδιάζει στον συναισθηματικά πάσχοντα να ολοκληρωθεί ερωτικά και επαρκώς να πραγματώσει τον ατομικιστικό ερωτισμό του άτομο. Έτσι σ αυτή την αγάπη συμβαίνει συνήθως, ο ένας να κομπάζει και να διατάσσει με κομπορημοσύνη τον άτμητο σωματικό του κόσμο, ενώ ο αλλος προτιμά να επιλέγει τη στάση εκείνη της αγάπης που του επιτρέπει ως άνθρωπο με κοσμιότητα να εμφανίζεται και να επιδεικνύει την ενδεδειγμένη συναισθηματική του σύνεση.

Τη διάσταση αυτή της αγάπης δύναται κανείς να ανιχνεύσει βεβαίως στην κάθετη και στην οριζόντια εννοιολογική προέκταση του όρου, ο οποίος ετυμολογείται ως αγάπη<εκ του άγαμαι<και αυτό από το ποιητικό ίσως αγάζομαι =θαυμάζω,παραξενεύομαι. Παρετυμολογικά ενδεχομένως η παραγωγή της αγαπης παραπέμπει στο γλωσσικό σύμπλεγμα Αγά<άγαν,άγη(Δωρικός και Αιολικός τύπος σε αντίθεση του Ιωνικού λίαν= υπερβολική επιθυμία+πα=φυλάσσω,λαμβάνω <Ι Ε mg που ως θέμα συναντάται στο μέγας. Στον Όμηρο ο όρος απαντάται με το ουσιαστικό αγαπήνωρ=ο αγαπών,ο επιζητών την ανδρεία. Στη φιλάνθρωπη ελληνική μυθολογία η αγάπη ταυτίζεται με τη Φιλότητα, η οποία προκύπτει με παρθενογέννηση από το Χάος και τη Γαία. Η κοσμογονική αυτή προσέγγιση της Ησιόδειας Θεογονίας διαφοροποιεί την αγάπη από την ερωτική ηδονή και την σχετίζει με τον υψηλό Έρωτα και τη Φιλότητα των Στωικών, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την αγάπη περισσότερο ως φιλευπλαχνία, αφοσίωση, αφιέρωση, έλξη, ενωτική τάση και συναισθηματικό δεσμό του φιλάνωρα ανθρώπου παρά ως τυφλό Ίμερο,πόθο, απολαυστική γενετήσια παραίσθηση και λάγνα διάθεση των υπογάστριων ανοίκειων και συμπλεγματικών παθών του.

Πράγματι αν αναζητήσει κανείς να προσδιορίσει την αγάπη με καθημερινούς τύπους είναι τότε σίγουρο πως στην ακμή του συναισθηματικού αυτού ρίγους θεμελιώνεται το ανθρώπινο σύμπαν, πάλλεται η κοσμική ψυχή μας και σχηματίζεται ο ιδανικός κόσμος της αδούλωτης ανάστασης του ανθρώπου, που με τα πιο ταπεινά του σχήματα γεωμετρεί την ασίγαστη ανθρώπινη φύση του και την ανυψώνει ως όρια της ανθρωπιάς της. Είναι βεβαίως η αγάπη ο θεικός δεσμός που επιζητά με τον συγκλονιστικά ωραίο τρόπο της βαθύτερης μέθεξης να υπάρξει η ζωή ως κορυφαία έμπνευση και να μετουσιωθεί ως διαχρονικός ύμνος της καθαρής ψυχής. Είναι ως εκ τούτου η αγάπη η εύστοργη κλίση, η έντονη φλογερή στιγμή του αιωνίως φιλεύσπλαχνου ατόμου, η οποία δεν του επιτρέπει να ξεπέσει από τη διάπυρη πίστη του για τον κόσμο και η οποία ανεξάρτητα και αφιλοκερδώς υπάρχει πέρα από τον ερμητικά έγκλειστο εγωιστικό εαυτό του. Έτσι η αγάπη χωρίς να γίνεται συνήθεια προσωποποιείται και προστατεύεται από την απομίμηση και τον κίνδυνο του ελεεινού, του μερικού και του ελαχίστου που επιτηδευμένα πολλές φορές προβάλλεται ως άλλοθι της αγάπης.

Οπωσδήποτε η αγάπη ως υψηλή προαίρεση του άνθρώπου και ως απόφαση να κατανικήσει τη βάναυση ιδιότητά του είναι η έξυπνη αντίδραση της ψυχής που ολοκληρώνεται με την προσφορά του και ελαττούται με την συναισθηματική αυθαιρεσία της, αλλά και εκποιείται με την ατομικιστική της επιμονή στον άτμητο εαυτό της. Είναι δηλαδή η αγάπη η θεσπέσια εκείνη φύση του μικρόκοσμου ανθρώπου, ο οποίος αναλαμβάνει να διασώσει το ηθικό σύμπαν της ζωής και μέσα σε μια λέξη να περιλάβει όλους τους εκφραστικούς τρόπους της γλώσσας του ,να ανανεώσει τα όνειρα του να αναμορφώσει τους ανεξίτηλους υπαρξιακούς νόμους του και να ιδρύσει από την αρχή της συναισθηματικής του δημιουργίας άφθαρτα, αλάνθαστα, ειλικρινώς και ανόθευτα τη ζωή.

Είναι γνωστό πως ο άνθρωπος χάριν της μεγάθυμης έφεσής του αξιώνεται τόσο του δικαιώματος των πολύτιμων αγαθών της ανθρωπότητάς του όσο και της ευκαιρίας του τιμήματος που αυτά συνεπάγονται. Έτσι μπορεί κάθε άτομο να προσλαμβάνει ως ευαίσθητη ύπαρξη την ομορφιά που αναλύεται σε απλές αισθήσεις και να επιτυγχάνει την ολοκληρωμένη αναγέννησή του μέσα κατεξοχήν από την αγάπη,η οποία επιπροσθέτως του επιτρέπει πάντα με απαστράπτοντα και ευγενή τρόπο να διέρχεται από το λαμπρό φάσμα των αξιών της και δικαίως με το πάθος και τον πόθο που συναισθηματικά επιφορτίζεται να τον ανταμείβει. Και είναι αυτό εφικτό με την αγάπη, γιατί το ασίγατο αυτό θεικό αίσθημα γεφυρώνει τα ανθρώπινα χάσματα που σεισμικά παράγει το ανίκητο, ευάλωτο και ατομικό του μονοδιάστατου ατόμου συμφέρον. Ενώνεται επίσης η ζωή με την αγάπη σε μια αγαθή ενότητα, συνέχεται η φύση της σε μια μυστική συνύπαρξη με την ανθρώπινη υπόσταση και εκκοσμικεύεται έτσι το χρώμα του ουρανού αλλά και εκδηλώνεται ως μια αδιαίρετη και αγαπητική ολότητα η ανθρώπινη πραγματικότητα, στην οποία όλοι μπορούν να μετέχουν και εσωτερικά με τον ποιητικό λόγο του ακένωτου αυτού κάλλους της αγάπης να επενεργούν και να απολαμβάνουν το ηλιακό φως της ζωής.της.

Είναι αλήθεια πως την αγάπη την ιστόρησε καλύτερα από τους επιτηδευματίες της τέχνης «ο εν έρωτι ευρισκόμενος άνθρωπος» ο οποίος στη μειλίχια γλώσσα του και στην καταφατική του απόφανση του εύδιου αγαπητικού του λόγου εναποθέτει τον βαρύθυμο πόνο του διακαούς συναισθηματικού πόθου της αγάπης του. Μ αυτόν τον τρόπο ο αναστεναγμός της φιλόστοργης και εγκάρδιας μέριμνάς του λαμβάνει το ασύλληπτο ψυχικό περιεχόμενο της αγάπης και ανυπερθέτως τηρεί κάθε έσωθεν και έξωθεν συμφωνία της. Και αυτό γιατί το ακέραιο άτομο βηματίζει με τη γλώσσα του, επιθυμεί την πληρότητα με την καρδιά του, πάσχει με το συμπαθητικό του έλλειμμα και φυσικά συλλαμβάνει την αγάπη ως στάση πραγμάτωσης της ολότητάς του. Έτσι η συναίσθηση αυτή της αγάπης τον προστατεύει από τη χρηστική αξιοποίηση της και τον αποτρέπει από κάθε εκποίησή της συναισθηματικής του ακεραιότητας του. Τον διαφυλάσσει επίσης από την επαναλαμβανόμενη και τυποποιημένη παθητική αισθητική της καθημερινής συνήθειας του που ανεξάντλητα και εκφυλιστικά υπονομεύει τη γλώσσα και την πράξη του και του θεμελιώνει την έγκατη συναισθηματική ελευθερία του, η οποία δημιουργεί τη σεισμικά άρθρωμένη αιρετική φωνή της αγάπης του. Και αυτά σε ένα απρόσωπο κατεξοχήν και συγκινησιακά άξενο αλλά και επίπλαστο περιβάλλον, που υπολείπεται σε υψηλόφρονα τόλμη και αποδεικνύεται ελλειμματικό σε ανθρωπιστικό και αγαπητικό χώρο.

Πράγματι ο αγαπών άνθρωπος ατενίζει με τη γαλαξιακή ανωτερότητα του ανθρώπινου συναισθήματός του την ουράνια οντότητα της αγάπης και συνεργεί στην μυστήρια επανάληψή της ως ερωτικό θαύμα, από όπου κιόλας με ιερό τρόπο απορρέει η ζωή. Κι αυτό σε αντίθεση με την πτωτική αναζήτηση του χυδαίου ερωτικού παροξυσμού, που απεργάζεται στον ηδονικό άνθρωπο την ελώδη συναισθηματική του στασιμότητα και αντιτίθεται στην καθαρότητα της ευαίσθητης ψυχικής συγκίνησης της ανθρώπινης διάθεσής του. Έτσι εξηγείται γιατί περισσότερο συναισθηματικά υπολειπόμενος από τον αδύναμο για αγάπη άνθρωπο είναι εκείνος που δείχνει ανίκανος να αναγνωρίσει αυτό το συναίσθημα και κατά ζωογόνο τρόπο να τo αποδεχθεί,να το αναπτύξει μέσα του, να τo μεταλαμπαδεύσει και ως υπαρξιακό μυστικό να το ψιθυρίσει, όπως λέει ο Σαίξπηρ στον εαυτό του.

Είναι γνωστό πως η γνώση βαίνει από το πολύ στο λίγο και κυρίως από το έλαττον στο μείζον, γιαυτό ενάρετοι οι άνθρωποι γίνονται κατ αρχάς με τα μικρά αισθήματα, τις ταπεινές σκέψεις και τις ανθρώπινες πράξεις τους και ύστερα με τα μεγάλα μεγέθη τους και την υπεράνθρωπη περιβολή τους ως ιδεολογία διακηρύσουν αυτή την αξιακή τους επιτυχία. Έτσι εξηγείται γιατί πρέπει ο άνθρωπος να μάθει πρώτα να αγαπά τις λεπτομέρειες της ζωής για να αξιωθεί ύστερα της αγάπης που του αντιστοιχεί ως συναισθηματικά ευρύχωρη οντότητα. Διαφορετικά υφίσταται ως άτομο τα παρεπόμενα της αναλγησίας του και αποδεικνύεται συναισθηματικά αναλφάβητο αλλά και μεταβάλλεται σε αντικοινωνικό στους άλλους διακείμενο υποκείμενο, που ανάγει τη συναισθηματική του αδεξιότητα σε αθεράπευτη νόσο του εαυτού του και την προάγει σε επικίνδυνη παθογένεια της κοινωνίας. Το άτομο αυτό επίσης μεταβάλλει την εγωπάθειά του σε έκδηλη και ασυπτωματική εσωστρεφή φιλαυτία του και τη διαστέλλει σε διαρκή εσωτερική κρίση, ικανή να αναιρέσει κάθε ψυχική παρουσία του στο περιβάλλον. Κατ αυτόν όμως τον τρόπο και εξαιτίας της αλληλεπιδραστικής σχέσης του ανθρώπου με τον εξωτερικό και εσωτερικό κόσμο του πολυποίκιλα απομειούται ως άτομο και με βραδύ αλλά και ανεπαίσθητο, όπως συμβαίνει πάντοτε τρόπο, ακυρώνεται ως ευαίσθητη ύπαρξη. Στερείται δηλαδή ο άνθρωπος αυτός που αρνείται ως πομπός αλλά και ως δέκτης την αγάπη τη ζώσα ποικιλία της και υπολείπεται της συναισθηματικής πληρότητά του, γιατί με τη συναισθηματική ακύρωση των άλλων περιορίζει και ο ίδιος το ψυχικό του μέγεθος, το οποίο ως «πως» και ως «τι» της εσώτερης ύπαρξής του οφείλεται στη γεναιοψυχία των άλλων.

 

                                                                                                             Deliciae= αγαπητός

 

 

 

 

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Δρ. φ. Φώτιος Χρήστου είναι Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Είναι πτυχιούχος Φιλολογίας, Θεολογίας, Πολιτικών Επιστημών και Παιδαγωγικού.

Αγάπη

γράφει ο Δρ.φ. Φώτιος Χρήστου                              

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο