Editorial, slideshow-3

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ με 2 λέξεις

tsipras-sygkentrwsi-simaies

γράφει ο Δημήτρης Κοντογιάννης.

Δεν είναι κανένα μυστικό ότι ο τρόπος με τον οποίο ασκεί αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή είναι, με μία λέξη, αποτυχημένος. Μπορεί κάποιος να πιστεύει τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι η διαφορά ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα έχει σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε λιγότερο από 6 μήνες. Ακόμα όμως και αν εύλογα αμφιβάλλει για τα αποτελέσματα των διαφόρων γκάλοπ, η αλήθεια είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πείθει μόνο τους ψηφοφόρους του –και όχι όλους- και όσοι μέχρι στιγμής έχουν δυσαρεστηθεί από τη ΝΔ μάλλον μετατοπίζονται δεξιότερα παρά προς το κέντρο ή την αριστερά. Τι φταίει όμως για αυτή την αδιαμφισβήτητη αποτυχία;

Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση, πρέπει πρώτα να δούμε γιατί είναι σημαντικό να υπάρχει δυνατή αντιπολίτευση και, ίσως, δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από τον (σχεδόν) ίδιο ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο της Κυβέρνησης Σαμαρά. Παραβλέποντας για χάρη του άρθρου τις αυταπάτες και τις κάλπικες υποσχέσεις, διαπιστώνουμε ότι η διαρκής πίεση ανάγκαζε τα μέλη της Κυβέρνησης να ελέγχουν δύο και τρεις φορές τις κινήσεις τους και, σε πολλές περιπτώσεις, να αλλάζουν τις αποφάσεις τους με πιο φιλολαϊκές. Αρκεί να θυμηθεί κανείς πόση προσπάθεια είχε υπάρξει ώστε να βρεθούν τα λιγότερο επώδυνα μέτρα –άρα αυτά που θα δέχονταν τη μικρότερη κριτική από την αντιπολίτευση- σε θέματα όπως το mail Χαρδούβελη. Λίγους μήνες αργότερα, με τη Νέα Δημοκρατία σχεδόν σε κώμα, ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα σε λίγα βράδια θα περνούσε μέτρα δεκάδες φορές χειρότερα από κάθε mail Χαρδούβελη, πολλά από τα οποία μπορεί να ήταν τελείως παράλογα (π.χ. αναγκάζοντας τους ελεύθερους επαγγελματίες να δίνουν πάνω από το 100% των εσόδων τους στο κράτος) και με κάποια από αυτά να καταρρίπτονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω της προχειρότητάς τους.

Τι διαφορετικό είχε ο ΣΥΡΙΖΑ του 2014 από αυτόν του 2019;

Πρώτη προφανής διαφορά είναι διαφορά στο ανθρώπινο δυναμικό. Στελέχη όπως Λαφαζάνης, Βαρουφάκης, Βαλαβάνη, Μητρόπουλος, Ήσυχος και Κωνσταντοπούλου δεν ανήκουν πλέον στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, αφήνοντας πίσω τους κενό γνώσεων και ικανοτήτων. Μπορεί μερικοί διαβάζοντας αυτές τις γραμμές να αναρωτιέστε αν είναι καλύτερα ή χειρότερα ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς τον Βαρουφάκη, αλλά μιλάμε για έναν άνθρωπο που μπορεί να ήταν πολύ κακός Υπουργός, ήταν όμως πολύ καλός σύμβουλος και γνώριζε σε βάθος το αντικείμενό του. Και αν το κενό του Βαρουφάκη μπορούσε να καλυφτεί από άλλους οικονομολόγους, το κενό της Κωνσταντοπούλου και των κοινοβουλευτικών γνώσεών της είναι προφανές ότι ακόμα παραμένει. Αν κάποιος αμφιβάλλει, αρκεί να δει την ανοργανωσιά που υπάρχει πολλές φορές  από την αξιωματική αντιπολίτευση στη Βουλή. Αυτές οι απώλειες όμως είναι κάτι το δεδομένο με το οποίο έμαθε να ζει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση και, σίγουρα, στην πορεία θα μάθει και ως αντιπολίτευση.

Δεύτερη διαφορά είναι η απώλεια ισχυρού αφηγήματος. Δεν χρειάζεται ανάλυση το αντιμνημονιακό αφήγημα του 2014. Κατάφερε να κάνει κυβέρνηση ένα κόμμα που λίγα χρόνια πριν πάλευε για την είσοδό του στη Βουλή, ένα επίτευγμα που αντίστοιχό του στη μεταπολίτευση είχαμε δει μόνο το 1981 από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Το αφήγημα που έχει πλέον επιλέξει ο Αλέξης Τσίπρας, αυτό της ανάγλητης δεξιάς, ομολογουμένως έχει καταφέρει να συσπειρώσει έναν σημαντικό αριθμό ατόμων γύρω από τον ίδιο και το κόμμα του. Αυτό που δεν πρόκειται ποτέ να καταφέρει όμως είναι μέσα από αυτό το αφήγημα να «κλέψει» ψηφοφόρους άλλων κομμάτων.

Δεν μπορεί αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ να εκμεταλλευτεί το προσφυγικό-μεταναστευτικό όταν επί των ημερών του γίναμε παγκοσμίως γνωστοί για το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που διαπράττουμε στη Μόρια και ξοδέψαμε περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρωπαϊκών χρημάτων σε ΜΚΟ χωρίς καν να πλησιάζουμε αξιοπρεπή αποτελέσματα. Δεν μπορεί να μιλήσει πειστικά για αστυνομική βία όταν επί των ημερών του χαρακτηρίστηκαν δεκάχρονα ως «ακροδεξιοί φασίστες» και έγιναν στόχοι για δακρυγόνα. Δεν ιδρώνει πλέον το αυτί του Νεοδημοκράτη όταν χαρακτηρίζουν την κυβέρνηση ως «ακροδεξιά», ενώ την ίδια ακριβώς ρητορική είχαν μέχρι και με την κυβέρνηση Καραμανλή, τότε που δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος, ειδικά όταν ο τότε αρμόδιος Υπουργός κατέληξε Πρόεδρος της Δημοκρατίας έπειτα από πρόταση του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρξουν αποτελέσματα από τον χαρακτηρισμό την κυβέρνησης ως ακροδεξιά. Σημαίνει όμως ότι έτσι όπως γίνεται έχει ελάχιστα, για τον ΣΥΡΙΖΑ, θετικά αποτελέσματα.

Τρίτη προφανής διαφορά είναι η ηθική εμφάνιση των προσώπων. Ένα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα εναντίον της ΝΔ το 2015 ήταν η φθορά που κουβαλούσαν άτομα όπως ο Μάκης Βορίδης και ο Άδωνις Γεωργιάδης λόγω του παρελθόντος τους. Ενώ ο Βορίδης και ο Γεωργιάδης είναι πλέον Υπουργοί με 3ο διαφορετικό Πρωθυπουργό και δεν έχει αλλάξει κάτι από το παρελθόν τους, δεν ισχύει το ίδιο για κορυφαία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Βουλευτές όπως ο Παύλος Πολάκης, που έχει ταυτιστεί με αυτό που ο Μίκης Θεοδωράκης χαρακτήρισε «αριστερόστροφο φασισμό», ή ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, ο οποίος ως κυβερνητικός εκπρόσωπος πρέπει να έχει καταρρίψει κάποιο μεταπολιτευτικό ρεκόρ σε ψέμματα, βαραίνουν τον ΣΥΡΙΖΑ και εξαφανίζουν το όποιο ηθικό πλεονέκτημα μπορεί στο παρελθόν να υπήρχε. Προσθέτοντας σε αυτά την προσπάθεια ταύτισης της ηγεσίας με διάφορα ανά τον κόσμο δικτατορικά καθεστώτα και κάποιες ατυχείς δηλώσεις για μετανάστες που λιάζονται και βιασμούς παιδιών μόνο ανά εξάμηνο, έχουμε ως αποτέλεσμα να είναι σχεδόν χιουμοριστικό το να μιλάει ο ΣΥΡΙΖΑ για ηθική.

Τέταρτη διαφορά είναι η αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας. Ενώ το 2014 η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πολύ καλά πληροφορημένη και σίγουρη για το τι θέλει ο κόσμος και το πώς θα ταυτιστεί με αυτά τα θέλω, είναι πλέον προφανές ότι αυτό το πλεονέκτημα έχει χαθεί. Μπορεί κάποια επικοινωνιακά στρατηγικά λάθη να μην οφείλονται σε κακή ανάγνωση της κοινωνίας αλλά σε προσπάθεια συσπείρωσης του πυρήνα του κόμματος γύρω από την ηγεσία, αλλά μετά από το σοκ των ευρωεκλογών όπου κορυφαία στελέχη ήταν πεπεισμένα για μικρή, ίσως και αναστρέψιμη διαφορά, είναι σίγουρο ότι τα εργαλεία που μεταφέρουν τον παλμό της κοινωνίας στην ηγεσία του κόμματος δεν λειτουργούν αποτελεσματικά.

Όλα αυτά μπορούν πολύ εύκολα να διορθωθούν, αν όχι σε ουσιαστικό επίπεδο τουλάχιστον σε επικοινωνιακό, αλλάζοντας τον κοινό παρονομαστή όλων των προβλημάτων: τον Αλέξη Τσίπρα.

Καλώς ή κακώς, ο Αλέξης Τσίπρας έχει ταυτιστεί με την παταγώδη αποτυχία του πρώτου εξαμήνου του 2015, όπου σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΣΥΡΙΖΑ –όχι της ΝΔ ή των δανειστών, αλλά του ΣΥΡΙΖΑ!- η ζημιά στην οικονομία ήταν ίση με το 1/3 του χρέους μας. Έχει επίσης ταυτιστεί με το Σκοπιανό και τα δακρυγόνα σε 10χρονα, με την διατήρηση ατόμων όπως οι Πολάκης και Τζανακόπουλος, με την συνεργασία με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ, την Ειδομένη και τη Μόρια και φυσικά τα προεκλογικά ψέματα που μετονομάστηκαν σε αυταπάτες.

Αλλάζοντας τον Αλέξη Τσίπρα στην πραγματικότητα θα δοθεί στον ΣΥΡΙΖΑ η δυνατότητα για ένα καθοριστικό rebranding, έναν επαναπροσδιορισμό του εαυτού του που σίγουρα θα έχει αντίκτυπο στην κοινωνία. Ταυτόχρονα, ο νέος πρόεδρος θα μπορεί να ανοίξει πόρτες που έχουν κλείσει για τον σημερινό, να βρει στελέχη, εργαλεία επικοινωνίας και χρηματοδότηση απαλλαγμένος από τους όποιους περιορισμούς έχει ο πρώην Πρωθυπουργός, ακριβώς όπως έκανε και ο Αλέξης Τσίπρας στο παρελθόν. Λόγω της αλλαγής, δεν θα είναι υποχρεωμένος να έχει άποψη και θέση για όλα, αλλά θα μπορεί να επενδύσει επικοινωνιακά σε θέματα που θα δημιουργήσουν ανοίγματα σε άλλους χώρους. Για παράδειγμα, στο προσφυγικό-μεταναστευτικό θα μπορεί να εστιάσει στις «μωρομάνες» που διώχτηκαν από τις καταλήψεις. Η ΝΔ τότε βεβαίωνε ότι θα πάνε σε κάποιο καλύτερο μέρος, σε καθαρά ξενοδοχεία με φαγητό και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ισχύει αυτό ή είναι ένα ψέμα της κυβέρνησης; Γιατί να μην επισκεφτεί ο επόμενος αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ μαζί με κάμερες τις «μωρομάνες» στο μέρος που τις πήγε η ΝΔ για να διαπιστώσει ο κόσμος τις συνθήκες στις οποίες ζουν; Να ένας πολύ εύκολος τρόπος να χτυπηθεί η κυβέρνηση με ουσιαστικό τρόπο και όχι με επιχειρήματα του στυλ «δεν αφήνουν τα παιδιά να δουν τον Τζόκερ».

Υπάρχει μόνο ένα μεγάλο πρόβλημα: ο Αλέξης Τσίπρας βολεύει.

Ο Τσίπρας βολεύει πολύ την Κυβέρνηση, αφού αυτή τη στιγμή δεν έχει ουσιαστική αντιπολίτευση. Χαρακτηριστικά, την τελευταία εβδομάδα πριν τις εθνικές εκλογές και ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ έβαζε όλες του τις δυνάμεις να μειώσει τη διαφορά, η Νέα Δημοκρατία, έχοντας τη γνώση αξιόπιστων δημοσκοπήσεων και όχι αυτών που είχαν δείξει στον ΣΥΡΙΖΑ τη διαφορά στις Ευρωεκλογές γύρω στο 3%, σήκωσε το πόδι από το γκάζι και δεν έβγαλε καν νέο προεκλογικό σποτ. Εννοείται φυσικά ότι τέτοιο βολικό αντίπαλο θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να τον διατηρήσει, άρα μπορείτε απλά να αγνοείτε ως εντελώς αβάσιμα όλα τα σενάρια που προβλέπουν πρόωρες εκλογές. Ακόμα και σε περίπτωση μαζικών διαγραφών από τη ΝΔ (θα πρέπει να διαγραφούν τουλάχιστον 5 Βουλευτές, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο) υπάρχει το σενάριο της κυβέρνησης μειοψηφίας ή ακόμα και της συγκυβέρνησης με το παλιό αμόρε, το ΚΙΝΑΛ. Άρα, όσο είναι δυνατό, θα προσπαθήσει να έχει απέναντί της στο τέλος της τετραετίας τον πιο βατό αντίπαλο, δηλαδή από τον ΣΥΡΙΖΑ τον Αλέξη Τσίπρα (και φυσικά από το ΚΙΝΑΛ την Φώφη Γεννηματά).

Ο Τσίπρας επίσης βολεύει το ΚΙΝΑΛ. Ένας νέος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ίσως να έπαιρνε ποσοστό ή στελέχη από το ήδη ετοιμόρροπο κόμμα, οπότε η Φώφη Γεννηματά και το κόμμα της έχοντας απέναντί τους τον Αλέξη Τσίπρα γνωρίζουν με ασφάλεια την στρατηγική και τη ρητορική που θα ακολουθήσουν για τα επόμενα 4 χρόνια και αυτή η ασφάλεια είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση και του ΚΙΝΑΛ, αλλά και της ίδιας της Γεννηματά.

Ο Τσίπρας επίσης βολεύει τους διάφορους χρηματοδότες. Φαίνεται ότι μέσα σε 4 χρόνια κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ να χάσει τους περισσότερους από τους βασικούς χρηματοδότες του, ειδικά όταν απέτυχε στην ιστορία με τις τηλεοπτικές άδειες. Αυτό που οι πιο καχύποπτοι υποψιάζονται, είναι ότι αυτοί οι χρηματοδότες επενδύουν σε άτομα με μέλλον και μάλλον δεν είναι αρκετά ανόητοι για να επενδύσουν σε κάποιον που δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγίνει Πρωθυπουργός. Οπότε προς το παρόν γλιτώνουν τα χρήματα που θα ξόδευαν για τη χρηματοδότηση του επόμενου προέδρου και απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματα της πολιτικής σταθερότητας.

Ο Τσίπρας επίσης βολεύει τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά τους μνηστήρες της θέσης του. Είναι σαφώς προτιμότερο για εκείνους να καταναλώσει ο νυν πρόεδρος όλη την φθορά που ήρθε ως αποτέλεσμα της διακυβέρνησης, παρά να αναγκαστεί κάποιος νέος πρόεδρος να αναλάβει και να απολογείται συνέχεια για τα πεπραγμένα της προηγούμενης διοίκησης. Είναι, επίσης, πολύ πιο βολικό για άτομα εκτός του στενού προεδρικού κύκλου το να δημιουργήσουν σιγά-σιγά συμμαχίες και να μετρήσουν τις δυνάμεις τους προτού μπουν σε μια εσωκομματική εκλογική διαδικασία (μη ξεχνάτε ότι οι εκλογές στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ανοιχτές για τους πολίτες) παρά να μπουν σήμερα σε μία εκ προοιμίου χαμένη μάχη για την προεδρία και να μη μπορούν να εκμεταλλευτούν την αναμενόμενη εκλογική ήττα σε 3,5 χρόνια από τώρα.

Ο Τσίπρας, τέλος, πάνω από όλα βολεύει… τον Τσίπρα. Αν αποφάσιζε να παραιτηθεί θα πέρναγε στην ιστορία ως ο πιο αποτυχημένος Πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης, έχοντας προφανώς μηδενικές πιθανότητες για οποιοδήποτε μέλλον στην πολιτική. Πλέον, έχει τη δυνατότητα να καθαρίσει κάπως το όνομά του από τις ζημιές που προκάλεσαν τα 4,5 χρόνια διακυβέρνησής του και, ποιος ξέρει, ίσως σε λίγα χρόνια να έχουν αλλάξει ριζικά τα δεδομένα στη χώρα και εκμεταλλευόμενος την απλή αναλογική ή κάποια πολιτική συγκυρία, να μπορέσει να μπει σε κάποιο κυβερνητικό σχήμα.

Έναν μόνο δεν βολεύει ο Τσίπρας: τον Ελληνικό λαό. Γιατί μία δυνατή αντιπολίτευση σημαίνει μία καλύτερη κυβέρνηση. Φανταστείτε την κυβέρνηση Σαμαρά χωρίς τον τότε ΣΥΡΙΖΑ να του τρίζει κάθε λίγο τα δόντια. Ακόμα και παραδοσιακοί νεοδημοκράτες θα παραδέχονταν ότι αυτό δεν είναι ένα ιδανικό σενάριο. Δείτε, αντίστοιχα, τι έγινε επί ΣΥΡΙΖΑ όσο δεν υπήρχε ουσιαστική αντιπολίτευση και για πόσες δεκαετίες θα πληρώνουμε τις συνέπειες εκείνου του τραγικού πρώτου εξαμήνου του 2015.

Μη με παρεξηγήσετε· πιστεύω απόλυτα ότι κάθε κυβέρνηση, όπως και κάθε άτομο, είναι υπεύθυνη για τις πράξεις της. Το να υπάρχει όμως αυστηρός έλεγχος, ειδικά όταν οι επιπτώσεις αγγίζουν μερικές δεκάδες εκατομμύρια ψυχές, είναι κάτι απολύτως απαραίτητο. Η δημοκρατία, άλλωστε, για να είναι επιτυχημένη ως πολίτευμα απαιτεί και πλειοψηφία που θα παίρνει καλές αποφάσεις και μειοψηφία που θα ασκεί σωστό και δυνατό έλεγχο. Και αυτό, όσο και να προσπαθήσει ο Αλέξης Τσίπρας, δεν μπορεί πλέον να το προσφέρει.

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Δημήτρης Κοντογιάννης είναι ο διαχειριστής του apopseis.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ με 2 λέξεις

γράφει ο Δημήτρης Κοντογιάννης. Δεν είναι κανένα μυστικό ότι ο τρόπος με τον οποίο ασκεί αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη