Όποια κι αν είναι η πραγματικότητα, στο τέλος ο κ. Τσίπρας έπραξε αυτό που όφειλε να πράξει ένας πρωθυπουργός: Να βάλει τα συμφέροντα της πατρίδας του πάνω από τα προσωπικά ή κομματικά του συμφέροντα.
Αν παρακολουθήσει κανείς τον πολιτικό λόγο του κ. Τσίπρα, μέσα σε μία εβδομάδα φαίνεται να ωρίμασε τόσο ωσάν να πέρασαν δέκα χρόνια. Και αυτό, πιθανότατα, ήταν το αποτέλεσμα της ευθύνης που ένιωσε στους ώμους του όταν συνειδητοποίησε ότι ο λαός στο δημοψήφισμα δεν τον απάλλαξε από ευθύνες αλλά του προσέθεσε, καθιστώντας τον υπεύθυνο όχι μόνο να διαπραγματευθεί μια καλύτερη συμφωνία, αλλά και να κρατήσει την Ελλάδα στο ευρώ.
Το πιο εύκολο, ίσως, για τον κ. Τσίπρα θα ήταν η επικράτηση του «ναι» και η παραίτησή του, αφού η βούληση του λαού θα ήταν διαφορετική από τη δική του επιθυμία. Ο λαός όμως είχε διαφορετική άποψη. Και υπό το βάρος μιας ευθύνης που ουσιαστικά δεν ήθελε, αλλά ο ίδιος προκάλεσε με το ερώτημα που έθεσε στο δημοψήφισμα, πήγε στις Βρυξέλλες να διαπραγματευθεί και να επιτύχει μια καλύτερη συμφωνία. Τέτοιο θέμα όμως δεν ετίθετο αφού το ερώτημα πλέον ήταν ξεκάθαρο: Μέσα ή έξω από το ευρώ;
Ο κ. Τσίπρας παράλληλα γνώριζε καλά ότι οι ώμοι του δεν μπορούσαν να σηκώσουν το βάρος της εξόδου από το ευρώ παρότι αυτή ήταν η επιδίωξη μερίδας του κόμματός του. Και τούτο γιατί παρά τις κορώνες του είναι βαθιά ευρωπαϊστής.
Αν ο κ. Τσίπρας λοιπόν έφθασε στην τραγική κατάσταση που βίωσε στην 17 ωρών Σύνοδο Κορυφής, φταίει η απειρία του, η αναβλητικότητά του και οι ισορροπίες που προσπαθούσε να τηρήσει στο κόμμα του. Επί πέντε μήνες πατούσε σε δύο βάρκες θέλοντας να ισορροπήσει μεταξύ του κομματικού συμφέροντος και των υπεσχημένων στη Θεσσαλονίκη, και του συμφέροντος της πατρίδας.
Ως άλλος Άμλετ χανόταν στην αναβλητικότητά του διερωτώμενος «to be or not to be?»
Με τη μέθοδο αυτή όμως το πρόβλημα δεν λυνόταν. Και όσο η πίεση αυξανόταν τόσο η μια βάρκα απομακρυνόταν από την άλλη…
Ωστόσο την κρίσιμη στιγμή έκανε τη σωστή επιλογή και προτίμησε τη βάρκα των εθνικών συμφερόντων από τη βάρκα του κόμματος.
Αν αντί της αναβλητικότητας, ο πρωθυπουργός είχε επιλέξει από τις 26 Ιανουαρίου να σταθεί ξεκάθαρα απέναντι στη ρήξη με τους ευρωπαίους ή με το κόμμα του, σήμερα τα πράγματα δεν θα είχαν λάβει αυτή τη δραματική τροπή. Δυστυχώς επέλεξε, με τη συνδρομή ανεύθυνων έως γελοίων προσωπικοτήτων όπως ο μέχρι πρότινος υπουργός Οικονομικών, να μεταθέτει συνεχώς την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι ότι σήμερα έχει κατορθώσει μεν να διατηρήσει ακέραιο – σε ένα βαθμό- το πολιτικό του κεφάλαιο, αλλά υποστηριζόμενο από μια διαφορετική βάση. Όχι την παλιά σκληρή κομματική του βάση, αλλά μια κοινωνική βάση που ανακουφίστηκε από την επιλογή του να μείνουμε στην Ευρώπη, και η οποία στρέφει το βλέμμα της με ελπίδα και χαμόγελο προς το μέρος του.
Ωστόσο πρόκειται για έναν ηγέτη χωρίς ισχυρή κομματική βάση, καθώς η ρευστότητα που επικρατεί στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ δεν ξέρουμε πού μπορεί να οδηγήσει αν και αυτό που διαφαίνεται ως πιθανότερη προοπτική είναι η διάσπασή του σε ευρωπαϊκή Αριστερά και σε Αριστερά της δραχμής.
Γιατί, δυστυχώς, εκείνοι που υποστηρίζουν ότι έπρεπε να έχουμε προχωρήσει σε ρήξη με τους ευρωπαίους, έστω και αν επιστρέφαμε στη δραχμή, δεν είναι άλλοι από εκείνους που ακόμα πιστεύουν ότι πρέπει να εφαρμοσθεί το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και οι εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης. Πέραν του ανόητου ρομαντισμού από τον οποίο διακατέχονται ή γεροντικού παλιμπαιδισμού (αναφορά Μίμη Ανδρουλάκη για τον Παναγιώτη Λαφαζάνη) είναι σαφές ότι όσοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν την πιστή εφαρμογή του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ και δεν βλέπουν την σκληρή πραγματικότητα, προτάσσουν το κόμμα έναντι των συμφερόντων της πατρίδας. Όλοι αυτοί οι Λαφαζάνιδες πρέπει να καταλάβουν ότι το κόμμα πρέπει να περιμένει. Και ότι το πρόγραμμά τους συντάχθηκε υπό άλλες οικονομικές συνθήκες. Σήμερα οι οικονομικές συνθήκες είναι διαφορετικές. Συνεπώς οφείλουν να περιμένουν. Και αν δεν μπορούν να συμβάλουν στην εθνική προσπάθεια τουλάχιστον ας μη την υπονομεύουν.
Πολλοί είπαν ότι ξαφνικά ο κ. Τσίπρας ωρίμασε. Δεν ωρίμασε μόνο ο κ. Τσίπρας. Ωρίμασε και η αντιπολίτευση. Γιατί όταν αντιλαμβάνεσαι το μέγεθος και τη διάσταση των προβλημάτων αν είσαι λογικός ωριμάζεις. Αν όχι εξακολουθείς να ζεις στα σύννεφα και να ονειρεύεσαι διορισμούς στο δημόσιο…
Η επίτευξη της συμφωνίας, όσα ακολούθησαν και όσα αναμένεται να ακολουθήσουν λόγω της… προσγείωσης του κ. Τσίπρα στην πραγματικότητα, δείχνουν ότι η Ελλάδα με δραματικό τρόπο εισέρχεται σε μια νέα περίοδο που κύριο χαρακτηριστικό της θα είναι η απομόνωση του λαϊκισμού.
Στη Βουλή έχει διαμορφωθεί μια νέα πραγματικότητα. Από τη μια βρίσκονται οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις (ο μισός ΣΥΡΙΖΑ, η ΝΔ, το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ) και από την άλλη οι δυνάμεις του λαϊκισμού (ο υπόλοιπος ΣΥΡΙΖΑ, οι ΑΝΕΛ και η Χρυσή Αυγή). Το ΚΚΕ αποτελεί ειδική περίπτωση.
Το γεγονός αυτό δεν αλλοιώνει τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα κόμματα του φιλοευρωπαϊκού τόξου. Αλλά δίνει την σιγουριά στο λαό ότι σε κρίσιμες ώρες μπορεί να υπάρξει συνεννόηση.
Αυτή τη συνεννόηση επιδιώκει ο λαός και αυτή την κρίσιμη ώρα που βιώνουμε. Η ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας είναι αδήριτη. Οι εκλογές αυτήν την ώρα θα αποτελούσαν καταστροφή για τη χώρα. Για να εφαρμοσθεί το πρόγραμμα διάσωσης της χώρας πάνω από όλα, ακόμα και από την πολιτική βούληση, απαιτείται πολιτική σταθερότητα. Εγγυητής της πολιτικής σταθερότητας δεν μπορεί να είναι άλλος από εκείνον που υπέγραψε τη συμφωνία. Ο κ. Τσίπρας οφείλει να συνεχίσει να κυβερνά, ενισχύοντας την κυβέρνησή του με φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις. Και τα κόμματα της σημερινής αντιπολίτευσης οφείλουν να ενισχύσουν αυτήν την προσπάθεια ενεργά. Με στελέχη τους. Κοινοβουλευτικά ή μη δεν έχει σημασία.
Η πιστή εφαρμογή του προγράμματος θα επιτρέψει στον κ. Τσίπρα σε ικανό χρόνο και εφόσον υπάρχουν θετικά αποτελέσματα να διεκδικήσει ακόμη και βελτίωση των όρων εφαρμογής του, όπως αρχικώς είχε πράξει η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου (π.χ. ΦΠΑ στην εστίαση).
Παράλληλα θα δώσει τη δυνατότητα στα κόμματα να ανασυγκροτηθούν. Το τέλος του λαϊκισμού, ουσιαστικά θα σημάνει το τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου και την έναρξη μιας νέας πιο αποδοτικής και πιο παραγωγικής περιόδου για τη χώρα.
Κάνοντας την επιλογή υπέρ των εθνικών και όχι των κομματικών συμφερόντων, έκανε το πρώτο βήμα για να συμβάλει αποφασιστικά στη δημιουργία αυτής της νέας εποχής. Το ερώτημα είναι, αυτό το βάρος μπορεί να το αντέξουν έως τέλος οι ώμοι του κ. Τσίπρα; Σύντομα θα αποδειχθεί.
Υ. Γ. Οι λύσεις που θα επιλέξει ο κ. Τσίπρας πρέπει να είναι ξεκάθαρες. Μη συνεχίσει την τακτική του Amlet. Δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την ψήφο στήριξης στα νομοσχέδια της ΝΔ, του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ που έχουν δεσμευθεί στους Ευρωπαίους να μη καταθέσουν πρόταση μομφής για να μη χαθεί η δεδηλωμένη, αν και η δεδηλωμένη εκ των πραγμάτων έχει χαθεί. Αν συνεχισθεί η ίδια παρελκυστική τακτική τότε σίγουρα, όποια λύση κι αν επιλέξει, η πολιτική σταθερότητα θα χαθεί σύντομα, ή μάλλον δεν θα υπάρξει ποτέ, οπότε δεν θα μπορέσει να εφαρμοσθεί και το πρόγραμμα, με ό,τι συνεπάγεται για τη χώρα.