Guest

Η δύναμη του Πολιτισμού

 

Διαβάζοντας το βιβλίο στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 2000, σε μια περίοδο που οι συνθήκες στη χώρα ήταν εντελώς διαφορετικές από τις σημερινές και που, φαινομενικά, ο ρυθμός της ζωής κυλούσε στα πλαίσια μιας κανονικότητας, μια πρώτη προσωπική εκτίμηση ήταν, ότι οι συγγραφείς διέπονται από εθνοκεντρικές, και πιο συγκεκριμένα ευρωκεντρικές ιδέες, υπερτονίζοντας τη σημασία του κλασικού ελληνικού πολιτισμού, ως κέντρο διαφόρων άλλων ομόκεντρων γύρω από αυτόν και ως το μοναδικό βασικό δομικό στοιχείο ολόκληρου του δυτικού κόσμου. Η επιμονή τους, που φτάνει σε σημείο εμμονής, να αναδείξουν την ανωτερότητα του κλασικού πολιτισμού των Ελλήνων, συχνά άγγιζε στα μάτια μου τα όρια κάποιων μορφών λαϊκισμού ή και σωβινισμού ακόμα, εάν μιλούσαμε για συγγραφείς ελληνικής καταγωγής. Έτσι, σχεδόν από περιέργεια, ανέτρεξα και σε άλλο βιβλίο του Hanson, με τον τίτλο Σφαγή και Πολιτισμός, που κυκλοφόρησε στη χώρα μας από τις ίδιες εκδόσεις, μεταγενέστερα του πρώτου, το 2002. Στο εν λόγω έργο του, ο συγγραφέας ήδη στον πρόλογό του καθιστά και πάλι σαφές, ότι με τον όρο “δυτικός” εννοεί πάντα τον πολιτισμό που, βασιζόμενος στον αρχαιοελληνικό, αναπτύχθηκε σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Αυτή τη φορά, εξετάζοντας ως βασικό θέμα τις πολεμικές πρακτικές που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια αυτού του αποκαλούμενου, λοιπόν, δυτικού κόσμου, ο Hanson ανατρέχει στις μεγαλύτερες κρίσεις που τον ταλαιπώρησαν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, με σαφείς ιστορικές αναφορές στον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το γερμανικό στάτους, την άνοδο και την πτώση της ρωσικής αυτοκρατορίας, την εξάπλωση του κομμουνισμού μετά την ήττα του φασισμού, για να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι “ένας ενδοδυτικός σπαραγμός, είναι απειλή για ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό, που καλώς ή κακώς, χάρισε στον κόσμο το σημερινό επίπεδο διαβίωσης και αποτελεί την πηγή της εκβιομηχάνισης, της τεχνολογικής προόδου και των προτύπων της πολιτικής οργάνωσης”. Και συνεχίζει τη σκέψη του, γράφοντας “εάν η Ιστορία αποτελεί οδηγό για το μέλλον […] ας προσευχηθούμε για άλλο μισό αιώνα διατήρησης της αφύσικης ειρήνης στην Ευρώπη και την Αμερική, για λίγες ακόμη δεκαετίες αυτής της ασυνήθιστης δυτικής συμπεριφοράς, που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν της”. Διαβάζοντας και τούτες τις γραμμές, την ίδια εκείνη περίοδο στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, μου φάνηκαν και πάλι υπερβολικές οι προειδοποιήσεις του συγγραφέα. Τις θεώρησα σχεδόν κακοδαιμονίες, ενός προφήτη που ερχόταν να διαταράξει το ήρεμο σύμπαν μου, δομημένο μάλιστα πάνω στα θεμέλια του “δικού μου” αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Να όμως, που δεν ήταν καθόλου έτσι, όπως πολύ σύντομα στην πορεία αποδείχθηκε. Η χώρα, όπως και ολόκληρη η Ευρώπη, με την είσοδό της στην οικονομική κρίση – όπως κάποιοι θέλουν να την αποκαλούν – κλυδωνίζεται σαν τα σαπιοκάραβα που καθημερινά μεταφέρουν από την Ανατολή τους ταλαιπωρημένους πρόσφυγες. Μοιάζει με ένα ακυβέρνητο καράβι, κατασκευασμένο από σάπια υλικά, που παρασέρνεται ανεξέλεγκτα στους πέντε ανέμους, με κίνδυνο να βυθιστεί ανά πάσα στιγμή. Και το ρητορικό ερώτημα, που εξακολουθεί και σήμερα ακόμα να τίθεται, είναι το εξής: πρόκειται πράγματι για μια κρίση οικονομική ή μήπως είναι πρωτίστως κοινωνική και πολιτισμική; Μήπως οι Hanson και Heath, ανεξαρτήτως της υπερβολής τους ως προς την τοποθέτησή τους υπέρ του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, δικαιολογημένα ανέπτυσσαν προ 15ετίας τα ερωτήματα και τις ανησυχίες τους, ως προς τον ρόλο που οι Κλασικές Σπουδές θα έπρεπε να είχαν παίξει στην ανθρωπότητα; Μήπως το κατηγορώ τους έναντι των κλασικών ακαδημαϊκών για τη στάση που κράτησαν (ή που δεν κράτησαν) για να υποστηρίξουν, να προωθήσουν και τελικά, να γαλουχήσουν το ευρύτερο κοινό με όλο αυτό που σημαίνει αξίες ενός πολιτισμού, δεν ήταν τελικά τόσο υπερβολικό; Και τελικά, πόσοι και ποιοι είναι εκείνοι, που γνωρίζουν έστω και τη σημασία των όρων “πολιτισμός” και “κουλτούρα”; Τι δυνατότητες παρέχει το ισχύον εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας στους πολίτες της, ώστε να κατανοήσουν τις συγκεκριμένες έννοιες σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο και να είναι σε θέση να σκεφτούν από μόνοι τους, να κρίνουν, να αξιολογούν και να αντιλαμβάνονται σε βάθος τις αδυναμίες και τα επιτεύγματα ενός άλλου; Η απάντηση είναι η εξής: Δυστυχώς, καμία! Η χώρα, όπως και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες του περίφημου δυτικού πολιτισμού, επικεντρωμένη αποκλειστικά στο κέρδος, επιδίδεται επί σειρά δεκαετιών στην παραγωγή ανώριμων πολιτών, που – στο σύνολό τους – δεν είναι τίποτα περισσότερο από άβουλες, χωρίς κρίση, μηχανές. Ο μόνος τρόπος όμως για να διαχειριστεί ο άνθρωπος τη ζωή και την ελευθερία σκέψης και έκφρασης είναι μέσω της δύναμης του πολιτισμού και κατ’ επέκταση, της δημοκρατίας που συνδέεται με αυτήν τη δύναμη. Και αυτό πρέπει κάποτε να γίνει σαφές, κατανοητό και ευρύτερα αποδεκτό.

Πριν από λίγες μέρες, στις αρχές του Νοέμβρη και με τη χώρα ευρισκόμενη εν μέσω κρίσης για περισσότερο πλέον από μια 5ετία, διοργανώθηκε στην Αθήνα το 1st Athens Culture Symposium, μια Ημερίδα με θέμα “Επενδύοντας στον Πολιτισμό”, υπό την αιγίδα του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου σε συνεργασία με τις Διεθνείς Σχέσεις Πολιτισμού. Στο συνέδριο, πέραν της πλούσιας θεματολογίας, παρουσιάστηκε η μοναδική στο είδος της Πανελλαδική Στατιστική Έρευνα “Σφυγμός Πολιτισμού”, που διεξάγεται από εταιρεία στατιστικών ερευνών, με σκοπό την καταγραφή της πολιτιστικής συμπεριφοράς του ευρύτερου κοινού, των επιχειρήσεων μελών του Επιμελητηρίου και ανθρώπων που ασχολούνται επαγγελματικά, άμεσα ή έμμεσα, με πολιτιστικές δραστηριότητες. Ο “Σφυγμός” επιχείρησε να αποτυπώσει τη γνώμη των συμμετεχόντων στην έρευνα, πάνω σε θέματα που αφορούν σε όλους τους τομείς του πολιτισμού: βιβλίο, θέατρο, μουσική, εικαστικά, κινηματογράφο, χορό και άλλα.

Με αφορμή αυτήν την κατά τα άλλα εξαιρετική, αλλά και πολύ καθυστερημένη πρώτη προσπάθεια, θα επιχειρήσω παρενθετικά μια σύντομη ανάπλαση της ιστορικής εμφάνισης των εννοιών “Πολιτισμός” και “Κουλτούρα”. Οι δυο έννοιες εμφανίζονται κατά τον 18ο αιώνα, άρρηκτα συνδεδεμένες με γεγονότα και διαδικασίες, που διαμόρφωσαν το σημερινό πρόσωπο της Ευρώπης. Πολύ περιεκτικά αναφέρω την κοινωνική ιστορία της Ευρώπης (σταδιακή αποσύνθεση της αριστοκρατίας και εμφάνιση νέων κοινωνικών τάξεων), την πολιτική ιστορία της Ευρώπης (αντι-απολυταρχικά κινήματα του 18ου αιώνα, δημιουργία εθνικών κρατών, μετακύληση προς τον εθνικισμό), την ιστορία των σχέσεων της Ευρώπης με τον υπόλοιπο κόσμο (και κυρίως τις περιοχές εκείνες που μετεξελίχθηκαν σε αποικίες της, από τη μετά Κολόμβου εποχή) και τέλος, την ιστορία της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, της σταδιακής δηλαδή, μεταμόρφωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας και οικονομίας, με αρωγό τις επιδράσεις της Βιομηχανικής, Τεχνολογικής και Επιστημονικής Επανάστασης. Μέχρι και τον ύστερο περίπου 20ο αιώνα, οι δύο έννοιες θα υποδηλώνουν διαφορετικά πράγματα. Η έννοια του πολιτισμού, έναν συγκεκριμένο τρόπο ευπρεπούς και ευγενούς συμπεριφοράς των αριστοκρατικών κυρίως τάξεων και μια καλλιέργεια εξωτερικών περισσότερο ιδιοτήτων, σε αντίθεση με την έννοια της κουλτούρας, που θα χρησιμοποιείται για την πνευματική και καλλιτεχνική παιδεία και καλλιέργεια, την πνευματική και αισθητική εξέλιξη και ανωτερότητα.

Κλείνοντας την παραπάνω παρένθεση, επιστρέφω στην πρόσφατη διοργάνωση της Ημερίδας με θέμα τον πολιτισμό, για να προσθέσω ότι δεν θα μπω στη διαδικασία να καταγράψω τα ποσοστά των στατιστικών αποτελεσμάτων, με εξαίρεση μια αναφορά στο σημαντικό ποσοστό του 25% των συμμετεχόντων στην έρευνα, που πιστεύουν ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν βοηθάει καθόλου στη δημιουργία πολιτιστικής συνείδησης, ενώ ταυτόχρονα θεωρούν ότι κυρίως ο ιδιωτικός τομέας είναι αυτός που συντελεί στην πολιτιστική παραγωγή της χώρας. Το ποσοστό αυτό μπορεί να φαίνεται μικρό, ωστόσο, δεν είναι. Καλύπτει ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού, που είναι συνειδητοποιημένο γύρω από τη σημαντικότητα του γεγονότος, ότι ο τόπος χρειάζεται απαραιτήτως ριζική αναδιατύπωση και επαναπροσδιορισμό της πολιτισμικής του συνείδησης. Ο ελληνικός λαός, στο μεγαλύτερο ποσοστό του, αποτελεί το θύμα διεφθαρμένων πολιτικών πρακτικών, που επί σειρά δεκαετιών εφαρμόστηκαν στη χώρα, καθιστώντας τον μάλιστα και υπαίτιο, επειδή εκείνος τις έθρεφε. Η αντίληψη αυτή δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνη. Η Ελλάδα, υποτελής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για 400 ολόκληρα χρόνια, δεν βίωσε παράλληλα με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες όλες εκείνες τις σταδιακές μετεξελίξεις, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω. Επιπλέον, στα χρόνια που ακολούθησαν, στον μέσο Έλληνα δεν δόθηκαν καν τα εφόδια, ώστε να ωριμάσει ως πολίτης, να αποκτήσει κρίση και να αναπτύξει την κοινωνική και πολιτιστική του συνείδηση. Και αυτό δεν συνέβη τυχαία. Ήταν ένα καλοστημένο παιχνίδι, που χρησιμοποίησε σαν πιόνια του τουλάχιστον τρεις γενιές, οδηγώντας τον μέσο Έλληνα στα σημερινά γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Γιατί ναι, η κρίση στη χώρα μας είναι οικονομική και πολιτική, είναι όμως πρωτίστως κοινωνική και πολιτισμική. Και καθώς η ανάδειξη του κάθε πολιτισμού αποτελεί το ισχυρότερο όπλο υπέρ των δημοκρατιών όλου του κόσμου, ως λαός οφείλουμε να σκεφτούμε βαθύτερα, για να διαπιστώσουμε, έστω και την τελευταία στιγμή, σε ποιον βαθμό διακυβεύεται το μέλλον μας και το μέλλον της δημοκρατίας μας, αν δεν φροντίσουμε ταχύτατα για την ενδυνάμωση της πολιτιστικής μας συνείδησης, έστω, κι αν ο πολιτισμός αποτελέσει αυτήν την ύστατη στιγμή το μοναδικό εργαλείο σωτηρίας του τόπου.


Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Η Λίλιαν Μπαντάνη είναι πτυχιούχος του Τμήματος Ελληνικού Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (2006) και κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜBA) του Kingston University of London (2009). Είναι μέλος του ΙΔΙΣ (Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων) του Παντείου Πανεπιστημίου και του ΚΕΜΜΙΣ (Κέντρο Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών) του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, ως στέλεχος του Τμήματος Εξαγωγών ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας και συμμετέχει εθελοντικά σε προγράμματα στήριξης αστέγων και πρόληψης για την απώλεια της στέγης. Είναι μητέρα δύο παιδιών, μιας κόρης, φοιτήτριας Νομικής του ΔΠΘ και ενός γιου, μαθητή Β’ Λυκείου της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Από φέτος, φοιτά στο Τμήμα Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η δύναμη του Πολιτισμού

της Λίλιαν Μπαντάνη.

Το 1999, κυκλοφόρησε στη χώρα μας, μεταφρασμένο από τις εκδόσεις Κάκτος, το βιβλίο με τίτλο Ποιος σκότωσε τον Όμηρο; των Victor Davis Hanson και John Heath. Πρόκειται για ένα βιβλίο, που δημιούργησε αρκετό θόρυβο, τόσο στο αναγνωστικό κοινό γενικά, όσο και ειδικότερα στους ακαδημαϊκούς κύκλους των Ανθρωπιστικών Σπουδών. Και αυτό, διότι τα ζητήματα που πραγματεύεται, άπτονται κυρίως των εξής δύο θεμάτων: Το πρώτο, αφορά στο “θάνατο” του ιδιαίτερου τρόπου θεώρησης του κόσμου, με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν το σύμπαν και αυτός ακριβώς ο τρόπος υποδηλώνεται και με τη χρήση του ονόματος του “Ομήρου” από τους συγγραφείς. Το δεύτερο ζήτημα, που μας ενδιαφέρει και περισσότερο στην παρούσα συζήτηση, αφορά στη σταδιακή υποχώρηση του ακαδημαϊκού κλάδου των Κλασικών Σπουδών, τις οποίες οι συγγραφείς συνδέουν άρρηκτα με τις αξίες, τις ιδέες, το όραμα της κλασικής Ελλάδας, που, όπως ένθερμα υποστηρίζουν, αποτέλεσαν και τον βασικό ιστό διαμόρφωσης ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού. Στο σημείο αυτό, οι Hanson και Heath εξαπολύουν δριμύ κατηγορώ στους νεότερους ακαδημαϊκούς του κλάδου για την παταγώδη αποτυχία τους, να αντιμετωπίσουν ως πρόκληση το καθήκον τους, να εξηγήσουν ευρύτερα τη σπουδαιότητα της ελληνικής κληρονομιάς και να μεταλαμπαδεύσουν με τρόπο γόνιμο και δημιουργικό, τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής σκέψης και αξιών, στην κρίσιμη εποχή της ανάπτυξης της τεχνολογίας και της ηλεκτρονικής πληροφόρησης.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο