Guest, slideshow-3

Οι «διεθνείς σχέσεις» του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους και οι κατά καιρούς απόπειρες αναγνώρισής του

1983 epeteios pseudokratous katexomena Tourkia Kypros pseydokratos

γράφει ο Δρ. Γιώργος Λιμαντζάκης, τουρκολόγος -ιστορικός.

 

Στις 15 Νοεμβρίου 2019 συμπληρώνονται τριάντα έξι χρόνια από την ίδρυση του ψευδοκράτους στην Κύπρο, δηλαδή του κρατικού μορφώματος που εμπνεύστηκε και ανακήρυξε η τουρκοκυπριακή ηγεσία υπό τον Ραούφ Ντενκτάς (Rauf Raif Denktaş) το 1983 με σκοπό να δώσει «εθνική εστία» στην τουρκοκυπριακή κοινότητα που είχε εγκαταλείψει τους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας από τα τέλη του 1963.[1] Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» (Kuzey Kıbrıs Türk Cumhuriyeti, KKTC) αποτελούσε και αποτελεί πράξη ασυμβίβαστη τόσο με τις διεθνείς δεσμεύσεις της Τουρκίας περί σεβασμού της κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας (με βάση τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959, τις οποίες επικαλέστηκε για να πραγματοποιήσει ένοπλη επέμβαση στο νησί το 1974), όσο και αντίθετη στο διεθνές δίκαιο, επειδή η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας στηρίχτηκε σε μια πραγματικότητα που αποτελούσε προϊόν παράνομης ενέργειας, δηλαδή της τουρκικής εισβολής.[2]

Για τους λόγους αυτούς η τουρκοκυπριακή ηγεσία απέφυγε επιμελώς οποιαδήποτε δήλωση περί απομάκρυνσης από τη «συνεταιρική σχέση» με τους Ελληνοκύπριους, υποστηρίζοντας ότι το ομοσπονδιακό κράτος που επεδίωκαν θα συσταθεί από δυο ισότιμα και κυρίαρχα κράτη, από την εξουσία των οποίων θα αντλήσει η υπό σύσταση χώρα τη νομική προσωπικότητά της. Παράλληλα, οι Τουρκοκύπριοι πολιτικοί απέφυγαν να χαρακτηρίσουν την μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας ως απόσχιση, υποστηρίζοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν αυτή που είχε χάσει το δικοινοτικό της χαρακτήρα από το 1964, λειτουργώντας ως αμιγής ελληνοκυπριακή διοίκηση και ασκώντας περιορισμένο έλεγχο στο νησί. Ο Τουρκοκύπριος αξιωματούχος Ζαΐμ Νετζατιγκίλ (Zaim Necatigil) υποστήριξε σχετικά ότι «Απόσχιση ή μονομερής ανακήρυξη σημαίνει αποχωρισμό από μια παντοδύναμη αποκλειστική κυβέρνηση που ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί όλου του εδάφους του τελεί υπό την κυριαρχία του. [Ενώ] Στην Κύπρο, με τον γεωγραφικό χωρισμό των δυο εθνοτικών πληθυσμών και των δυο αντίστοιχων κυβερνήσεων, δεν υπήρχε μία μοναδική κυβέρνηση κατά τον κρίσιμο χρόνο».[3] Συνεπώς, όπως υποστηρίζουν μέχρι και σήμερα αρκετοί Τουρκοκύπριοι, δεν επρόκειτο για απόσχιση από ένα ενιαίο κράτος, αλλά ανάδειξη σε αυτοτελή νομική προσωπικότητα μιας οντότητας που τελούσε σε εκκρεμότητα από το 1964, η οποία μπόρεσε να αποκτήσει ενιαία εδαφική βάση χάρη στην τουρκική επέμβαση.

 

Οι διεθνείς αντιδράσεις στην ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ»

Η διεθνής κοινότητα αντέδρασε κηρύσσοντας την απόπειρα ίδρυσης κράτους εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας νομικά άκυρη και ανυπόστατη, ζητώντας από την τουρκοκυπριακή ηγεσία να την αποσύρει. Το Συμβούλιο Ασφαλείας που συγκλήθηκε τρεις μέρες αργότερα ακολούθησε την πάγια στάση των Ηνωμένων Εθνών αναφορικά με τα ζητήματα απόσχισης, εκφράζοντας με το Ψήφισμα 541 της 18ης Νοεμβρίου 1983 «τη θλίψη και την ανησυχία του για την ενέργεια των Τουρκοκυπρίων», «θεωρώντας την ανακήρυξη ασυμβίβαστη με τις Συνθήκες του 1960 περί ιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και με τη Συνθήκη Εγγυήσεως», ενώ καταδίκασε τη μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας ως «μη παράγουσα κανένα έννομο αποτέλεσμα» και έκανε έκκληση για την ανάκλησή της. Παράλληλα, κάλεσε «όλα τα κράτη να σεβαστούν την κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, και να μην αναγνωρίσουν οποιοδήποτε άλλο κυπριακό κράτος πέρα από την Κυπριακή Δημοκρατία».[4]

Με το ψήφισμα αυτό, η διεθνής κοινότητα επικαλέστηκε επίσημα για πρώτη φορά την εθιμική αρχή του διεθνούς δικαίου ex injuria jus non oritur, δηλαδή «από παρανομία δεν μπορεί να προκύψει έννομο αποτέλεσμα». Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώθηκε ότι η έννομη τάξη δεν μπορεί να συνιστά το προϊόν μιας βίαιης και έκδηλα παράνομης ενέργειας. Από τη στιγμή που η προκείμενη επικράτεια (δηλαδή η κατεχόμενη βόρεια Κύπρος) προέκυψε ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής του 1974 και του διά βίας διαχωρισμού των κοινοτήτων του νησιού, κανένας λαός που κατοικεί εκεί δεν μπορεί να αντλήσει νομιμότητα από το γεγονός αυτό και να διεκδικήσει νόμιμη πολιτική εκπροσώπηση και εξουσία, ή τουλάχιστον όχι για όσο διάστημα διαρκεί η τουρκική κατοχή.

Αδιαφορώντας για τις πολιτικές επιπτώσεις των ενεργειών της και τους περιορισμούς του διεθνούς δικαίου, η Τουρκία έσπευσε να αναγνωρίσει την «Τούρκικη Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», συνάπτοντας διπλωματικές σχέσεις με αυτήν μέσω της ανταλλαγής πρέσβεων. Μερικούς μήνες αργότερα, παρόμοια πρόθεση εκδήλωσε το Μπαγκλαντές, χώρα που ιδρύθηκε επίσης ως αποτέλεσμα απόσχισης (το 1971), αλλά και η χώρα από την οποία αυτό αποσχίσθηκε, το Πακιστάν. Η εξέλιξη αυτή θορύβησε την τότε ελληνική κυβέρνηση, η οποία έστειλε διάβημα διαμαρτυρίας στη Ντάκα, όπου «προειδοποιούσε» ότι αν το Μπαγκλαντές προχωρούσε σε αναγνώριση του ψευδοκράτους, η Ελλάδα θα απέλαυνε άμεσα όσους υπηκόους Μπαγκλαντές βρίσκονταν στην επικράτειά της. Παρότι ο αριθμός των υπηκόων αυτών ήταν τότε μικρός, η Ντάκα επαναξιολόγησε τη στάση της και έκρινε ότι τα συμφέροντα των υπηκόων της ήταν σημαντικότερα από την όποια αλληλεγγύη της προς τους Τουρκοκύπριους ή την Τουρκία. Στο ίδιο πλαίσιο, η αποχή του Μπαγκλαντές από κάθε περαιτέρω ενέργεια ή αναφορά αποθάρρυνε και το Πακιστάν από το να προχωρήσει σε αναγνώριση του ψευδοκράτους, καθώς και άλλες κυβερνήσεις ή ηγέτες που μπορεί να έβλεπαν θετικά την ιδέα.  

Το ίδιο περίπου διάστημα, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε στις 11 Μαΐου 1984 το Ψήφισμα 550, με το οποίο καταδίκασε «κάθε αποσχιστική ενέργεια, περιλαμβανομένης της δήθεν ανταλλαγής πρέσβεων μεταξύ της Τουρκίας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, κηρύσσει αυτές παράνομες και άκυρες και ζητά την άμεση ανάκλησή τους». Παράλληλα, «επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν το δήθεν κράτος της «ΤΔΒΚ» και τα καλεί να μην διευκολύνουν ή με οποιοδήποτε τρόπο βοηθήσουν την προαναφερθείσα αποσχιστική οντότητα».[5] Αξιοποιώντας το πολιτικό και νομικό αυτό κεκτημένο, οι ΗΠΑ εκτιμάται ότι απέτρεψαν παρασκηνιακά την αναγνώριση του ψευδοκράτους και από άλλα μουσουλμανικά κράτη, όπως η Σαουδική Αραβία, το Μαρόκο, το Σουδάν κ.ά.[6]

 

Ελλάδα και Κύπρος συνδιαμορφώνουν πολιτική ανάσχεσης της αναγνώρισης

Nicosia Green Line Leykosia Prasini Grammi Kypros Toyrkia KatexomenaΟι εξελίξεις αυτές ώθησαν την ελλαδική και την κυπριακή ηγεσία να επεξεργαστούν ένα πληρέστερο σχέδιο αναφορικά με την προοπτική διεθνούς αναγνώρισης του ψευδοκράτους, με αποτέλεσμα να προταθεί μια κατ’ αναλογικότητα εφαρμογή του λεγόμενου «δόγματος Χάλσταϊν». Η αρχική ιδέα -απ’ όπου προήλθε και το όνομα- ανήκε στον υπουργό Εξωτερικών της Δυτικής Γερμανίας Βάλτερ Χάλσταϊν (Walter Hallstein), ο οποίος πρότεινε την επιβολή κυρώσεων ή ακόμη και τη διακοπή διπλωματικών σχέσεων με τις χώρες που θα αναγνώριζαν την Ανατολική Γερμανία, επειδή αυτό συνιστούσε προσβολή της εδαφικής ακεραιότητας του γερμανικού κράτους.[7] Το δόγμα αυτό υιοθετήθηκε επίσημα από την κυβέρνηση του Κόνραντ Αντενάουερ (Konrad Adenauer) στις 22 Σεπτεμβρίου 1955 και παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1970, όταν η Βόννη επεδίωξε να βελτιώσει τις σχέσεις της με τη Μόσχα και τον Ανατολικό Συνασπισμό, στο πλαίσιο της λεγόμενης Ostpolitik (Ανατολική Πολιτική). Χάρη στην πολιτική αυτή, η Δυτική (Ομοσπονδιακή) Γερμανία κατάφερε να περιορίσει ή και ν’ αποτρέψει την αναγνώριση της Ανατολικής (Λαοκρατικής Δημοκρατίας της) Γερμανίας για σημαντικό διάστημα, ερχόμενη σε ευθεία αντίθεση με τις θέσεις και τα συμφέροντα μιας υπερδύναμης όπως η Σοβιετική Ένωση.

Σύμφωνα με τους εισηγητές του δόγματος αυτού στην Ελλάδα, αν η ηττημένη Δυτική Γερμανία μπόρεσε να υιοθετήσει και εφαρμόσει μια τέτοια πολιτική ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούσαν -και όφειλαν- να υιοθετήσουν μια αντίστοιχη στάση απέναντι στην Τουρκία και τα τετελεσμένα της στην Κύπρο, επιβάλλοντας κυρώσεις οικονομικού ή και πολιτικού χαρακτήρα κατά της χώρας ή των χωρών που θα προέβαιναν σε αναγνώριση της «ΤΔΒΚ». Εν προκειμένω, βέβαια, καμία χώρα δεν χρειάστηκε να υποστεί κυρώσεις, επειδή κανένα άλλο κράτος πλην της Τουρκίας δεν αναγνώρισε την «ΤΔΒΚ».

Η ίδια η Τουρκία εξαιρέθηκε από την κατά γράμμα εφαρμογή του δόγματος (όπως είχε άλλωστε εξαιρεθεί κατ’ αναλογία η Σοβιετική Ένωση), επειδή τυχόν διακοπή των διπλωματικών σχέσεων ή διαρκής υποβάθμισή τους θα καθιστούσε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις «όμηρο» της εν γένει κατάστασης στο Κυπριακό, ενώ παράλληλα υπήρχαν πολλά ακόμη ανοικτά ζητήματα και μεταβλητές άμεσα σχετιζόμενα με αυτές (όπως ο καθορισμός της υφαλοκρηπίδας, το ζήτημα του επιχειρησιακού ελέγχου στο Αιγαίο, τα μειονοτικά ζητήματα κ.ά.) που απαιτούσαν και απαιτούν τη διατήρηση «ανοικτών διαύλων» και την όσο το δυνατόν πιο νηφάλια αντιμετώπιση των σχετικών προβλημάτων. Από την άλλη, η Άγκυρα δεν έχαιρε «ασυλίας», καθώς η Ελλάδα πρόβαλλε επανειλημμένα σοβαρά εμπόδια στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας καθ’ όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του ’80 και του ’90 μέχρι τον συμβιβασμό του Ελσίνκι (1999), οπότε και ήρε τις επιφυλάξεις της με αντάλλαγμα την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ της ΕΕ και της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη συμπερίληψή της τελευταίας στην ομάδα των χωρών που θα εντάσσονταν στην ΕΕ το 2004, ανεξάρτητα από τη λύση στο πολιτικό πρόβλημα του νησιού.

Παράλληλα, σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την αντίθεσή τους στην ύπαρξη του ψευδοκράτους και να εντείνουν τη διπλωματική, πολιτική και οικονομική του απομόνωση, η Ελλάδα και η Κύπρος αποφάσισαν να μη δέχονται κανένα ταξιδιωτικό έγγραφο -οποιασδήποτε χώρας- που έχει σφραγιστεί από τις «αρχές» του ψευδοκράτους, πολιτική που εφάρμοσαν και εφαρμόζουν έως σήμερα ακόμα και σε σχέση με Τούρκους υπηκόους. Με άλλα λόγια, αν ο υπήκοος οποιασδήποτε χώρας έχει επισκεφθεί τα κατεχόμενα και υπάρχει σφραγίδα από αυτά στο διαβατήριό του, αυτός δεν μπορεί να εισέλθει στην Ελλάδα ή τις ελεγχόμενες από την κυπριακή κυβέρνηση περιοχές, επειδή σύμφωνα με τις οικείες αρχές το έγγραφο αυτό έχει ακυρωθεί από την εν λόγω σφραγίδα. Σε μια προσπάθεια να προσπεράσουν το πρόβλημα αυτό, οι «αρχές» του ψευδοκράτους έπαψαν να σφραγίζουν τα διαβατήρια υπηκόων τρίτων χωρών (εκτός αυτών της Τουρκίας), ώστε να μην είναι ορατή -και κατ’ επέκταση «προβληματική»- η επίσκεψή τους σε αυτό.[8]

 

Οι «διμερείς σχέσεις» του ψευδοκράτους με άλλα κράτη

Παρά τους παραπάνω περιορισμούς και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν, η τουρκική πολιτική ηγεσία και οι «αρχές» του ψευδοκράτους δεν θέλησαν να ακυρώσουν τη μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του, επιμένοντας μέχρι τέλους σε μια παράνομη κατάσταση με την ελπίδα ότι η πάροδος του χρόνου θα ευνοήσει την αναγνώρισή της. Ως αποτέλεσμα της μη αναγνώρισής του, το ψευδοκράτος έμεινε στενά συνδεδεμένο με την Τουρκία, η οποία εξακολούθησε να διατηρεί μεγάλη στρατιωτική δύναμη στην «επικράτειά» του (35 με 45 χιλιάδες άνδρες, με εποχιακές διακυμάνσεις), αλλά και να συνεισφέρει το ένα τρίτο περίπου του ετήσιου προϋπολογισμού του, με μικρές διαφοροποιήσεις.[9]

Σε μια προσπάθεια να ανακουφίσει την οικονομική και διπλωματική πίεση που συνεπαγόταν η ύπαρξη του ψευδοκράτους για την πολιτική της, από τις αρχές του 21ου αιώνα η Άγκυρα ανανέωσε τις προσπάθειές της για αναγνώριση του ψευδοκράτους από άλλα κράτη, επιδιώκοντας εναλλακτικά τη σύναψη άτυπων οικονομικών και εμπορικών επαφών τρίτων χωρών με αυτό. Πρώτο «θύμα» της πολιτικής αυτής υπήρξε η Συρία, όπου ο σημερινός πρόεδρος Μπασάρ αλ-Άσαντ (Bashar al-Assad) παρέλαβε διστακτικά την εξουσία από τον πατέρα του Χαφέζ αλ-Άσαντ το 2000, και λίγο αργότερα άρχισε να αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις να αποσύρει τα συριακά στρατεύματα από τον γειτονικό Λίβανο, με αφορμή τη δολοφονία του εκεί πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι το 2005. Αντιλαμβανόμενη ότι η κρίση αυτή επέτεινε τις «παραδοσιακά» δύσκολες σχέσεις του καθεστώτος Άσαντ με τα δυτικά κράτη, και κατ’ επέκταση τη διεθνή απομόνωσή του, η Άγκυρα «έτεινε χείρα φιλίας» προς τη Δαμασκό προτείνοντας τη λειτουργία μιας ακτοπλοϊκής γραμμής μεταξύ της Λατάκια (Λαοδίκεια) και της κατεχόμενης Αμμοχώστου, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους 170 χιλιόμετρα. Με δεδομένο o Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (Recep Tayyip Erdoğan) πρότεινε επίσης να αναλάβει πρωτοβουλία μεσολάβησης για τη σύναψη ειρήνης μεταξύ Ισραήλ και Συρίας, με αντάλλαγμα την επιστροφή των Υψωμάτων του Γκολάν (τα οποία το Ισραήλ κατέχει από το 1967),[10] ο Μπασάρ αλ-Άσαντ συμφώνησε εύκολα στην τουρκική πρόταση, ενώ για να ενισχύσουν τη βιωσιμότητα της γραμμής αυτής οι δύο πλευρές (η «ΤΔΒΚ» και η Συρία) κατάργησαν τις θεωρήσεις εισόδου (βίζα) για τους υπηκόους της άλλης πλευράς, πράγμα που σημαίνει ότι η Συρία αναγνώριζε τα έγγραφα του ψευδοκράτους, χωρίς ωστόσο να αναγνωρίζει το ίδιο ως κράτος.[11] Η ακτοπλοϊκή σύνδεση εγκαινιάστηκε το 2007 και λειτούργησε απρόσκοπτα μέχρι το 2011, οπότε και έπαψε να είναι σταθερή λόγω της έναρξης του εμφύλιου πολέμου στη Συρία, ενώ διακόπηκε εντελώς το 2012 μετά τις εκκλήσεις του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για ανατροπή του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ και τη συνακόλουθη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων Τουρκίας-Συρίας. Με δεδομένο ότι η σύγκρουση στη Συρία συνεχίζεται και η κατάσταση στη χώρα δεν έχει ακόμα ομαλοποιηθεί, είναι άγνωστο αν και πότε θα αποκατασταθεί η ακτοπλοϊκή σύνδεση με τα κατεχόμενα, ή αν αυτή θα γίνεται υπό το προηγούμενο καθεστώς.   

Μια άλλη χώρα με την οποία το ψευδοκράτος επιχείρησε να αποκτήσει διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις είναι το Αζερμπαϊτζάν, ο πληθυσμός του οποίου είναι φυλετικά συγγενής με τους Τούρκους και μιλάει μια συγγενή γλώσσα, τα αζέρικα. Λίγο μετά την ανεξαρτησία της χώρας αυτής από τη Σοβιετική Ένωση, τον Οκτώβριο του 1991, η συνέλευση της Αυτόνομης Δημοκρατίας του Ναχτσιβάν (Naxçıvan Muxtar Respublikası) εξέδωσε ένα ψήφισμα με το οποίο δήλωνε ότι αναγνωρίζει την «Τούρκικη Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», αλλά από τη στιγμή που το ίδιο το Ναχτσιβάν δεν είναι υποκείμενο του διεθνούς δικαίου (καθότι δεν είναι ανεξάρτητο το ίδιο), δεν έχει τη δικαιοδοσία να καθορίζει τις εξωτερικές σχέσεις του κράτους στο οποίο υπάγεται, και κατ’ επέκταση δεν μπορεί να αναγνωρίζει άλλα κράτη. Στον απόηχο της εξέλιξης αυτής, η Άγκυρα άσκησε έντονες πιέσεις στο Μπακού να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, αλλά το τελευταίο απέχει μέχρι στιγμής από μια τέτοια ενέργεια, φοβούμενο ότι σε μια τέτοια περίπτωση η Κυπριακή Δημοκρατία θα αναγνωρίσει αντίστοιχα την αποσχισθείσα από το Αζερμπαϊτζάν οντότητα του Ναγκόρνο Καραμπάχ (για τους Αρμένιους Άρτσαχ), η οποία δημιουργήθηκε με τη στρατιωτική και οικονομική συνδρομή της Αρμενίας, αλλά δεν έχει καμία διεθνή αναγνώριση.

Μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, η Άγκυρα ενίσχυσε τις προσπάθειές της για αναβάθμιση της διεθνούς υπόστασης του ψευδοκράτους, ενθαρρύνοντας την αναγνώρισή του από αφρικανικά κράτη και χρησιμοποιώντας ως κίνητρο γι’ αυτό την οικονομική ή και στρατιωτική βοήθεια που τους χορηγούσε. Παρότι η Τουρκία καλλιέργησε στενές σχέσεις με αρκετές χώρες (ιδίως με το Σουδάν, τη Σομαλία και τη Σενεγάλη), η μόνη χώρα που ανταποκρίθηκε στις πιέσεις αυτές ήταν η Γκάμπια, ο πρόεδρος της οποίας Γιαχιά Τζαμέ (Yahya Jammeh) δήλωσε το 2005 ότι η χώρα του «ήταν έτοιμη να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Βόρειας Κύπρου». Η δήλωση αυτή προκάλεσε την άμεση αντίδραση της κυπριακής κυβέρνησης, η οποία κατάφερε με συνεχή διαβήματα και έντονες διπλωματικές πιέσεις να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη. Η αποτυχία της απόπειρας αναγνώρισης δυσαρέστησε την Τουρκία, η οποία ισχυρίστηκε ότι η υιοθέτηση των ελληνοκυπριακών θέσεων ως προς τη μη αναγνώριση του ψευδοκράτους δεν ήταν μια ορθολογική επιλογή, καθώς η Κυπριακή Δημοκρατία έχασε -σύμφωνα με την Άγκυρα- την ιδιότητα του μέλους του Κινήματος των Αδεσμεύτων (NAM) με την ένταξή της στην ΕΕ.[12] Το «επιχείρημα» αυτό βέβαια είναι αβάσιμο, καθώς η ένταξη ενός κράτους στην ΕΕ δεν προϋποθέτει την αποχώρηση από τους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους αυτό ήδη συμμετείχε, και για την ακρίβεια δεν απαιτεί καν τη διαφοροποίηση της εξωτερικής του πολιτικής. Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία συνέχισε να ενθαρρύνει την αναγνώριση του ψευδοκράτους από χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, επιχορηγώντας τη φοίτηση των υπηκόων τους σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές.

Τέλος, μια άλλη χώρα που είχε πρόσφατα επαφές με το ψευδοκράτος ήταν η Λιβύη. Στον απόηχο της «Αραβικής Άνοιξης» και ενώ το καθεστώς του Μουαμάρ Καντάφι κατέρεε, ο υπουργός Υγείας του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου (National Transitional Council) Άμπντ αλ-Ραχμάν αλ-Κίσσα επισκέφθηκε τον Οκτώβριο του 2011 τα κατεχόμενα, όπου υπέγραψε πρωτόκολλο συνεργασίας με τον Τουρκοκύπριο «ομόλογό» του Αχμέτ Κασίφ (Ahmet Kaşif) και το παράνομο «Πανεπιστήμιο Εγγύς Ανατολής» (Yakın Doğu Üniversitesi) με αντικείμενο την παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε 250 τραυματίες που θα μεταφέρονταν στην κατεχόμενη Λευκωσία μέσω του παράνομου αεροδρομίου της Τύμπου, παρά το γεγονός ότι υπήρχε αντίστοιχη συμφωνία και με τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Ο Λίβυος υπουργός επίσης συνάντησε τον «πρωθυπουργό» του ψευδοκράτους Ιρσέν Κιουτσούκ (İrsen Küçük), στον οποίο ανέφερε ότι το πρωτόκολλο ήταν «μια εξαιρετική ευκαιρία για τη βελτίωση των σχέσεων της Λιβύης με την ΤΔΒΚ», αλλά -αισίως- η κυβέρνησή του δεν προχώρησε σε αναγνώριση ή ενίσχυση των σχέσεων με τις κατοχικές αρχές.[13]

Πέραν των παραπάνω κρατών, έμμεση επαφή και διπλωματική παρουσία στο ψευδοκράτος έχουν -χωρίς να το αναγνωρίζουν- το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία, κράτη που διατηρούν πρεσβείες στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και την αναγνωρίζουν ως το μόνο κυπριακό κράτος, αλλά οι κατοικίες των πρέσβεών τους βρίσκονται στην κατεχόμενη (βόρεια) Λευκωσία.   

 

Απόπειρες συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς

Πέραν των αποπειρών που έγιναν και γίνονται για τη σύναψη διμερών σχέσεων της «ΤΔΒΚ» με άλλα κράτη, ενδιαφέρον έχουν και οι απόπειρες συμμετοχής της σε διεθνείς οργανισμούς, πάντα με την ενεργό συνδρομή και υποστήριξη της Τουρκίας. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, η Τουρκία επιχείρησε να συστήσει μια «Τουρκική Ένωση» στην οποία φιλοδοξούσε να ενταχθούν τα νέα μουσουλμανικά κράτη της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου. Το αποτέλεσμα ήταν μια περιορισμένων αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων «Διεθνής Οργάνωση Τουρκικού Πολιτισμού» (Uluslararası Türk Kültürü Teşkilatı, επίσης γνωστή ως Türksoy), η οποία απέδωσε καθεστώς παρατηρητή στην «ΤΔΒΚ» το 1994. Παρότι στόχος της Τουρκίας ήταν η αναβάθμιση της διπλωματικής εκπροσώπησης και διεθνούς ορατότητας του ψευδοκράτους, η ιδιότητα του παρατηρητή στον οργανισμό αυτό δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως έμμεση αναγνώρισή του, καθώς αντίστοιχο καθεστώς αποδόθηκε και σε άλλες αυτοδιοικούμενες περιοχές ανεξάρτητων και διεθνών αναγνωρισμένων κρατών, όπως το Ταταρστάν (ομόσπονδο κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας), το Μπασκορτοστάν (ομοίως) και η Γκαγκαουζία (αυτόνομη περιοχή της Μολδαβίας). Κατά συνέπεια, η απόδοση καθεστώτος παρατηρητή στην «ΤΔΒΚ» από τον συγκεκριμένο οργανισμό δεν υπαινίσσεται ή δεν συνεπάγεται τη διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους, αν και είναι εξαιρετικά πιθανό το ότι η τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία θα εξακολουθήσει να συμμετέχει σε αυτόν και μετά την όποια λύση του Κυπριακού.

            Δέκα περίπου χρόνια αργότερα, η «ΤΔΒΚ» απέκτησε το 2004 καθεστώς παρατηρητή στον Οργανισμό Ισλαμικής Διάσκεψης (Organization for Islamic Cooperation, OIC), στον οποίο είναι πλήρη μέλη 57 κράτη -κυρίως στην Αφρική και την Ασία- και παρατηρητές άλλα τέσσερα. Το ψευδοκράτος αρχικά συμμετείχε στις εργασίες του οργανισμού αυτού ως «Τουρκοκυπριακό Κράτος» (Turkish Cypriot State), αλλά το 2017 εκπροσωπήθηκε για πρώτη φορά ως «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» στην 6η Έκτακτη Σύνοδο του οργανισμού που έγινε στην Κωνσταντινούπολη (13 Δεκεμβρίου), ονομασία που έκτοτε χρησιμοποιήθηκε άλλη μία φορά κατά την 14η Τακτική Διάσκεψη του οργανισμού που έγινε στη Μέκκα της Σαουδικής Αραβίας (31 Μαΐου 2019), δημιουργώντας αρνητικό προηγούμενο για τις διακρατικές και διεθνείς σχέσεις του ψευδοκράτους.

Στο μεταξύ, η «ΤΔΒΚ» απέκτησε στις 16 Οκτωβρίου 2012 καθεστώς παρατηρητή και στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας (Economic Cooperation Organization, ECO), στον οποίο συμμετέχουν ως πλήρη μέλη δέκα κράτη της δυτικής και κεντρικής Ασίας (Αζερμπαϊτζάν, Αφγανιστάν, Ιράν, Καζαχστάν, Κιργιστάν, Ουζμπεκιστάν, Πακιστάν, Τατζικιστάν, Τουρκία και Τουρκμενιστάν). Και σε αυτή την περίπτωση, το ψευδοκράτος έγινε αρχικά δεκτό ως «Τουρκοκυπριακό Κράτος» (Turkish Cypriot State), αλλά κατά τη 13η Διάσκεψη του οργανισμού που έγινε στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν την 1η Μαρτίου 2017 συμμετείχε ως «Τούρκικη Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου». Παρότι ήσσονος σημασίας, οι εξελίξεις αυτές δεν επιτρέπουν εφησυχασμό στην ελληνική και κυπριακή ηγεσία, οι οποίες θα πρέπει να βρουν αποτελεσματικούς τρόπους άσκησης πίεσης και αποτροπής της αναγνώρισης ακόμα και σε οργανισμούς των οποίων δεν είναι μέλη.

 

Πηγές

  • Γραφείο Τύπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Περί Κύπρου, 2006.
  • Γραφείο Τύπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, The Cyprus Question, 2007.
  • Λάμπρου Κ. Γιάννης, Ιστορία του Κυπριακού: Τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία, 1960-2004, Λευκωσία 2004.
  • Λιάκουρας Πέτρος, Το Κυπριακό: Από τη Ζυρίχη στη Λουκέρνη, Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2007.
  • Λιμαντζάκης Γιώργος, «Η ανακήρυξη της Τουρκοκυπριακής Διοίκησης (29 Δεκεμβρίου 1967) και η επίδρασή της στις προσπάθειες αναζήτησης λύσης στο Κυπριακό», Αγώνας της Κρήτης, 29.12.2015.
  • Οζκιούρ Α. Όζντεμιρ, Η Κύπρος στη ζωή μου, μετάφραση (από τα αγγλικά) Γιάννη Λάμψα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000.
  • Συρίγος Μ. Άγγελος, Σχέδιο Ανάν, Εκδόσεις Πατάκη, 2005.
  • Τζερμιάς Ν. Παύλος, Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, μετάφραση (από τα γερμανικά), Libro, 2001.
  • Türkiye Cumhuriyeti Lefkoşa Büyükelçiliği Yardım Heyeti Başkanlığı, KKTC Ekonomi Durum Raporu, 2010.
  • Varoğlu Abdulkadir, Cakar Mehmet, Basim Nejat, “An unusual bi-national military cooperation: The case of Turkish-Gambian relations”, Military Cooperation in Multinational Peace Operations,

 

 

[1] Για περισσότερα σχετικά με το πως η τουρκοκυπριακή ηγεσία επεδίωξε και οργάνωσε μια διακριτή πολιτική οργάνωση για την οικεία κοινότητα, βλέπε Γ. Λιμαντζάκης, «Η ανακήρυξη της Τουρκοκυπριακής Διοίκησης (29 Δεκεμβρίου 1967) και η επίδρασή της στις προσπάθειες αναζήτησης λύσης στο Κυπριακό», Αγώνας της Κρήτης, 29.12.2015, και «Η ανακήρυξη του ψευδοκράτους στην Κύπρο (15.11.1983), αντιδράσεις και οι πολιτικές αποτροπής της αναγνώρισής του», Αγώνας της Κρήτης, 13.11.2015.

[2] Οι πρώτες ενδείξεις για μια τέτοια κίνηση υπήρχαν ήδη από τις 17 Ιουνίου 1983, όταν η τουρκοκυπριακή συνέλευση είχε διακηρύξει την διακριτή αυτοδιάθεση του τουρκικού πληθυσμού της Κύπρου, χωρίς ωστόσο να διευκρινιστεί αν αυτή αποσκοπούσε στην επανένταξή τους υπό άλλους όρους στο κυπριακό κράτος ή την απεξάρτηση από τον έλεγχο της Τουρκίας.

[3] Π. Λιάκουρας, Από τη Ζυρίχη στη Λουκέρνη, 2007, σελ. 295.

[4] Το ψήφισμα υιοθετήθηκε με 13 ψήφους υπέρ, 1 κατά (Πακιστάν) και 1 αποχή (Ιορδανία). Γραφείο Τύπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, The Cyprus Question, 2007, σελ. 115.

[5] Γραφείο Τύπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, The Cyprus Question, 2007, σελ. 117.

[6] Γ. Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού, 2004, σελ. 687-688.

[7] Π. Λιάκουρας, Από τη Ζυρίχη στη Λουκέρνη, 2007, σελ. 304.

[8] Μια αντίστοιχη πολιτική (το λεγόμενο «παιχνίδι της σφραγίδας») εφαρμόζουν αρκετά αραβικά κράτη σε σχέση με το Ισραήλ, το οποίο δεν αναγνωρίζουν ως κράτος, και κατ’ επέκταση θεωρούν άκυρα τα διαβατήρια τρίτων υπηκόων που το έχουν επισκεφθεί και έχουν τη σφραγίδα του.

[9] Türkiye Cumhuriyeti Lefkoşa Büyükelçiliği Yardım Heyeti Başkanlığı, KKTC Ekonomi Durum Raporu 2010, ss. 87-95.

[10] BBC News -Middle East, “Israel ready to return Golan”, 23.4.2008, διαθέσιμο στον ιστότοπο http://news.bbc.co.uk/2/hi/middle_east/7362937.stm (τελευταία επίσκεψη 17.10.2019).

[11] Η στάση αυτή φαίνεται εκ πρώτης όψης παράδοξη και αντιφατική, αλλά το ίδιο ακριβώς κάνει και η Ελλάδα σε σχέση με το Κόσοβο, του οποίου τα έγγραφα αναγνωρίζει, χωρίς ωστόσο ν’ αναγνωρίζει την οντότητα αυτή ως ανεξάρτητο κράτος, αλλά ως τμήμα της Σερβίας.

[12] Abdulkadir Varoğlu, Mehmet Cakar, Nejat Basim, “An unusual bi-national military cooperation: The case of Turkish-Gambian relations”, Military Cooperation in Multinational Peace Operations, 2008, σελ. 124.

[13] “YDÜ ile Libya arasındaki protokol imzalandı”, BRT Haberleri, 30 Ekim 2011.

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Γιώργος Λιμαντζάκης είναι απόφοιτος του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές από το ίδιο πανεπιστήμιο. Έχει εργαστεί ως ερευνητής σε προγράμματα των Πανεπιστημίων Yale και Columbia των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και στο πρόγραμμα "Joint History Project" του Ιδρύματος για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη ΝΑ Ευρώπη (CDRSEE). Το 2018 αναγορεύτηκε διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με ερευνητικό αντικείμενο το Κρητικό Ζήτημα και την πολιτική των ευρωπαϊκών δυνάμεων (Τμήμα Ιστορίας & Πολιτικής Επιστήμης). Στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται η ιστορία και η πολιτική της Ελλάδας, της Τουρκίας, των Βαλκανίων και της ευρύτερης ανατολικής Μεσογείου.



Οι «διεθνείς σχέσεις» του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους και οι κατά καιρούς απόπειρες αναγνώρισής του

γράφει ο Δρ. Γιώργος Λιμαντζάκης, τουρκολόγος -ιστορικός.   Στις 15 Νοεμβρίου 2019 συμπληρώνονται τριάντα έξι χρόνια από την ίδρυση του

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο