Guest, slideshow-3

Εκείνη & Εκείνος κι η γειτονιά μας

plateia-geitonia-pagkakia-parko

γράφουν η Κατερίνα Χαρίση και ο Θάνος Καλαμίδας.

Εκείνη: Στη γειτονιά μου μοιάζει καμιά φορά σα να ζούμε σε άλλον τόπο και άλλο χρόνο. Υπάρχει πραγματικά ακόμα η γειτονιά και οι γείτονες, αυτοί που σε ξέρουν και που θα σε καλημερίσουν στο δρόμο όταν τους δεις, ή ακόμα και θα σε φωνάξουν από μακριά μόνο για να σε χαιρετίσουν. Αυτοί που θα λείψεις για λίγες μέρες και θα φροντίσουν τα λουλούδια σου (ναι, ακόμα έχουμε λουλούδια και αυλές!) θα ταΐσουν τη γάτα σου, θα βγάλουν βόλτα το σκύλο σου, ακόμα και θα κρατήσουν κλειδιά από το σπίτι σου και θα περάσουν να δουν αν είναι όλα καλά.

Υπάρχει η μικροσκοπική πλατεία, ίσα που πιάνει ένα μικρό τετράγωνο, με το στέκι της γειτονιάς. Εκεί που θα μαζευτούν όλοι από τα γύρω σπίτια, χωρίς να χρειάζεται να έχουν κανονίσει με παρέα από νωρίτερα, γιατί την παρέα θα τη βρουν εκεί. Είναι όλοι μια παρέα. Εκεί που θα πας και θα καθίσεις και θα περάσεις από όλα τα τραπέζια γιατί όλους τους ξέρεις, είναι ο διπλανός σου, είναι ο απέναντι, είναι ο παραδίπλα. Εκεί θα μάθεις και τα κουτσομπολιά, εκεί θα μαζευτούν οι μεροκαματιάρηδες από νωρίς να πάρουν καφέ στο χέρι και να φύγουν για τη δουλειά, εκεί θα επιστρέψουν καταλερωμένοι και πτώματα από την κούραση και θα πουν δυο κουβέντες να χαλαρώσουν με ένα ποτήρι κρασί ή μια παγωμένη μπίρα το καλοκαίρι. Εκεί που τα πιτσιρίκια όλα γνωρίζονται μεταξύ τους και παίζουν ελεύθερα μέχρι αργά το βράδυ.

Και είναι μια υπέροχη Αθήνα αυτή. Και είναι πολύ όμορφοι αυτοί οι άνθρωποι. Όμως υπάρχει και το παράπονο. Και το παράπονο αυτό έχει ξεφύγει πια από το πόσα χρωστάμε, πόσα δεν έχουμε, πόσα ξοδέψαμε και πώς τα πήραμε και τα δώσαμε αμέσως. Έχει περάσει πια αυτό το παράπονο του πώς θα τα βγάλουμε πέρα, πώς θα ντυθούμε, πώς θα κάνουμε γιορτές. Τον βρήκαμε κι αυτόν τον τρόπο. Το παράπονο είναι άλλο. Το παράπονο είναι πως τα χρόνια περνάνε. Κι όλοι αυτοί εκεί στο μικρό στέκι της γειτονιάς, άλλοι δεκαετίες ολόκληρες στην περιοχή, άλλοι τους πιο καινούργιοι, όλοι κομμάτι της σημερινής καθημερινότητας, κομμάτι της σημερινής Ελλάδας, έχουν το ίδιο παράπονο: Περνάνε τα χρόνια. Και πέφτουν οι αντοχές.

Υπήρξε και το κάποτε που ήταν στα 20 και στα 25 και δε λογάριαζαν το πόσο θα δουλέψουν και πώς. Δουλειά να βγαίνει. Κι ας ήταν από χαράματα σε μεσάνυχτα. Στα 20 και στα 25 και στα 30 αντέχεις. Όμως υπήρχε και αποτέλεσμα. Στην τσέπη σου. Και τρύπες βούλωνες, και ένα κεραμίδι έχτιζες, και κάτι στην άκρη έβαζες. Και έλεγες άξιζε τον κόπο. Άξιζε!

Μα τώρα δεν αξίζει. Γιατί ξεκινάς χαράματα και γυρίζεις μεσάνυχτα, μόνο για να μπορείς να επιβιώνεις. Να επιβιώνεις, όχι να ζεις. Μόνο για να μην πεινάσεις εσύ και η οικογένειά σου. Όμως τα 40 δεν είναι 20 και 25 και όταν είσαι μεροκαματιάρης και άνθρωπος που δουλεύει με το κορμί που λένε κι όχι το μυαλό, στα 40 δεν είσαι δύο εικοσάρηδες. Είσαι ένας σαραντάρης που κουράζεται. Πολύ.

Κι όταν εξαντλείς το σώμα σου τόσο στη δουλειά σου σε μια Ελλάδα σαν τη σημερινή, δε σε πληρώνει με τίποτα. Γιατί τα λεφτά που βγάζεις δε σου φτάνουν για να συντηρηθείς σωστά. Τα δωδεκάωρα στα συνεργεία, στις οικοδομές, στο δρόμο, δεν αναπληρώνονται με 5 μέρες ζυμαρικό και άσπρη φραντζόλα. Χρειάζεσαι φαΐ. Χρειάζεσαι ξεκούραση. Χρειάζεσαι ασφάλεια, και ένσημα, όπως θα χρειαστείς τη σύνταξή σου και να ξέρεις πως υπάρχει περίθαλψη, πως λειτουργεί κάτι τέλος πάντων μέσα σε αυτό το χάος και θα σε φροντίσει. Χρειάζεσαι φροντίδα. Κι όταν δεν είσαι πια 20 κι είσαι 40, δε σε παίρνει και να μην το σκέφτεσαι κι αυτό, δε σε παίρνει να πεις ότι δεν πειράζει, ας μπαίνουν τα λεφτά – όσα κι αν είναι – στο σπίτι γιατί μεγαλώνεις παιδιά, γιατί αν πάθεις κάτι εσύ, τότε αυτά τα παιδιά πώς θα μεγαλώσουν; Κι όταν δε θα μπορείς να αντέχεις άλλο την τόση πολλή και βαριά δουλειά, τι θα γίνει τότε;

Κι αυτό είναι το παράπονο εδώ στο μικρό μας στέκι, ένα από τα πολλά στέκια που παραμένουν κρυμμένα κι απαράλλαχτα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, είτε στις μεγάλες της πόλεις είτε στην επαρχία, σε αυτά τα στέκια που όλοι είναι μια παρέα. Όχι τα έξοδα. Όχι τα χρέη. Όχι τα λεφτά. Μα τα χρόνια που βαραίνουν και οι αντοχές που πέφτουν.

& Εκείνος: Ο δρόμος μου εκτός Ελλάδας ήταν μακρύς, γεμάτος περιπέτειες και γνώσεις και ακόμα απλώνεται μπροστά μου. Δεν με τρομάξανε Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες ούτε ο άγριος Ποσειδώνας, που σας βεβαιώνω τον συνάντησα πολλές φορές από τον Ειρηνικό μέχρι τον Ινδικό και τον Ατλαντικό. Σε εμπορικά Φοινικικά σταμάτησα και Αιγυπτιακές πόλεις θαύμασα, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια, έβενους και κάθε λογής ηδονικά μυρωδικά από την Λαπωνία μέχρι την Ινδία δοκίμασα. Πάντα μα πάντα όμως είχα στο μυαλό μου την δικιά μου Ιθάκη. Την γειτονιά που σας περιέγραψε παραπάνω η Κατερίνα. Στον Βύρωνα.

Μια γειτονιά χτισμένη από πρόσφυγες για πρόσφυγες, ανθρώπους πονεμένους του μεροκάματου και της αξιοπρέπειας. Μια γειτονιά με ιστορία συντροφικότητας και αγώνα. Μια γειτονιά ελεύθερη ακόμα και σε ώρες σκλαβιάς. Μια γειτονιά με ψυχή και καρδιά που βροντοχτυπά ακόμα και σήμερα στα σοκάκια, στις γερασμένες μονοκατοικίες και τις αυλές με τα κυκλάμινα και τις νεραντζιές.

Μην ανησυχείτε, ούτε οξεία λυρική κρίση έπαθα ούτε αποφάσισα να το γυρίσω στη ποίηση. Η Ελλάδα μου λείπει συχνά αλλά ο Βύρωνας μου λείπει ΠΑΝΤΑ κι αυτό το ξέρουν όλοι οι φίλοι μου. Και δεν είναι μόνο τα σοκάκια και τα σπιτάκια, είναι οι άνθρωποι. Είναι αυτό που λέει και η Κατερίνα, που θα σου πουν καλημέρα κι ας μην σε ξέρουν. Είναι η αίσθηση του χωριού “μαζί” στο μέσο μιας γιγάντιας τσιμεντούπολης. Είναι αυτή η αύρα ανθρωπιάς κι αξιοπρέπειας που εγώ τουλάχιστον δεν βρήκα πουθενά. Είδα μια υποψία στους λόφους του Γιορκσάιρ και κάτι ένιωσα για λίγο στη Λαπωνία αλλά …δεν ήταν το ίδιο. Δεν τους έδενε προσφυγιά, πόλεμος και δικτατορία. Δεν τους έδενε πόνος, δάκρυα και αίμα. Δεν τους έδενε η ιστορία και ο χρόνος πέρα από τον τόπο.

Γι αυτό και τους έχω εμπιστοσύνη. Πιστεύω ότι θα το περάσουν κι αυτό. Γιατί ξέρουν αυτοί. Από τις καμένες αποβάθρες της Σμύρνης μέχρι τα βουνά της Ρούμελης κι από τα Γιούρα μέχρι τον Άγιο Λάζαρο ξέρουν ότι τίποτα δεν τους χαρίστηκε, έπρεπε να παλέψουν για τα πάντα και πάντα πάλευαν. Γι’ αυτό κι είναι η ψυχή τους βαθιά!

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Εκείνη & εκείνος

Εκείνη, η Κατερίνα Χαρίση, είναι στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας της, συγγραφέας πολυγραφότατη από τρέλα και πάθος, σύζυγος και μαμά δυο υπέροχων γιων.

Εκείνος, ο Θάνος Καλαμίδας, είναι στην πέμπτη δεκαετία του για τα καλά και γνωστός γκρινιάρης.

Εκείνη στην Ελλάδα κι εκείνος 3.500 χιλιόμετρα μακριά. Εκείνη εννιά μήνες ήλιο, εκείνος εννιά μήνες σκοτάδι, εκείνη παραλία εκείνος χιόνι. Και οι δυο θα σας κρατάνε συντροφιά μια φορά την εβδομάδα με ένα θέμα που θα γκρινιάζουν, θα διαφωνούν και μερικές φορές ακόμα και θα συμφωνούν, όλα αυτά με τίτλο: Εκείνη & Εκείνος.

Εκείνη & Εκείνος κι η γειτονιά μας

γράφουν η Κατερίνα Χαρίση και ο Θάνος Καλαμίδας. Εκείνη: Στη γειτονιά μου μοιάζει καμιά φορά σα να ζούμε σε άλλον

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο