Guest

Εκείνη & Εκείνος για τον καλλιτέχνη και το χρήμα

 

Τελικά όλα ήταν για το χρήμα; Μόλις λιγδώθηκε το στομάχι ξέχασε τα πάντα; Ξέχασε την φτωχή πλην τίμια εργατιά από τη συνοικία που ξεκίνησε, ξέχασε τον πατέρα που λύγισε όχι από τα γεράματα, αλλά νέος από το κουβάλημα ή ξέχασε τα αποφάγια που γινόντουσαν κυριακάτικο φαγητό; Για τον προσφυγα πατέρα από την Σμύρνη, το ξεχασε κι αυτό; Δικά του λόγια ειναι όχι δικά μου. Ξέχασε ή ποτέ δεν τα γνώρισε; Το χρήμα τον άλλαξε ή τελικά αυτός ήταν βιτρίνα, μάρκετινγκ μέχρι να τα πιάσει και να μην μας εχει ανάγκη; Γιατί τελικά μας τραγουδούσε για την εργατιά και την επανάσταση; Για να ικανοποιήσει το τάργκετ γκρουπ του που θα του τα έσκαγε κι όχι γιατί τον ένοιαζε ή τα πίστευε. Και του τα σκάσανε πολλά κορόιδα, γεμάτα στάδια σε όλη την Ελλάδα το ’90 και στις αρχές του 2000. Και τελικά αυτό είναι; Η τέχνη στην υπηρεσία της τσέπης του καλλιτέχνη και οι ιδέες το όχημα που θα φέρει το χρήμα;

pos-peiraiwsΟ άνθρωπος που τραγουδούσε πριν από είκοσι χρόνια για τον ποιητή που τα κονόμησε και ξέχασε από πού ξεκίνησε η σκούφια του, προφήτευε τη δική του εξέλιξη ή μας ειρωνευόταν και ταυτόχρονα μας προειδοποιούσε; Δεν ξέρω, δεν έχω απαντήσεις αλλά τώρα τελευταία αυτή η ιστορία εχει γίνει ανησυχιτικά κολλητική γιατί ο συγκεκριμένος «καλλιτέχνης» δεν είναι ο μόνος. Άλλος καλοτέχνης, άλλου χώρου, αφού για χρόνια κοντράρισε το σύστημα με όλα τα πτηνά του ουρανού, γουρούνια και κοκόρια, αμφισβητησε τα πάντα και κυρίως την εξουσία, ξαφνικά τώρα χαίρεται που ήρθαν τα μνημόνια μπας και μας …φρονιμέψουν και περιμενει – ανοιχτά πια – τον Κούλη να τον σώσει. Κι αυτός μας δούλευε τόσα χρόνια; Τελικά ο ένας περίμενε μέχρι να αγοράσω όλους τους δίσκους του κι ο άλλος μέχρι να βάλω στη βιβλιοθήκη μου όλα τα βιβλία του για να με φτύσουν κατάμουτρα; Και τελικά σε μένα τι μένει; Εκτός από τα λεφτά που χάλασα και δεν έμειναν; Κενά βιβλία με ψεύτικες λέξεις ή λέξεις που κάτι σημαίνουν για μένα και απλά ο «καλλιτέχνης» ήταν το όχημα που τις μετέφερε και τίποτα άλλο; Και γιατί τώρα κάθε φορά που βλέπω βιβλίο του ενός και δίσκο του άλλου, ενώ αναστενάζω στην ανάμνηση αυτών που κρύβουν μέσα τους, δεν θέλω να τα αγγίξω;

Και ρε μεγάλε, οι πρόσφυγες εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους γιατί …δεν τους αρέσουν; Κι εσύ γιατί δεν είσαι στην Σμύρνη, για να σου θυμίσω τι τραγουδούσες πριν από τρεις δεκαετίες καμαρωτά και με δάκρυα στα μάτια; Γιατί δεν είσαι στην Πόλη; Τελικά δεν σου άρεσε όσο μας έλεγες στο ρεφρέν;

Όσο σκληρό κι αν ακουστεί, δεν θέλω να πιστέψω ότι ήταν το χρήμα που τον άλλαξε, παραμύθι και καθαρματάκι ήταν και απλά μας δούλεψε. Αλλά εγώ θα κρατήσω τα τραγούδια του ενός και τα βιβλία του άλλου γιατί τώρα πια έχουν γίνει δικά μου. Αφού όλα έγιναν για το χρήμα και εγώ έχω πληρώσει το αντίτιμο μου, μου ανήκουν κι ας πάει να παραθυροποιηθεί κι ο ένας κι ο άλλος, ας χαθούν στην μιζέρια της προσωπικής τους απαξίωσης.

Εκείνη

Κάποτε, τότε που γνώρισα έναν πιτσιρίκο με το παράξενο όνομα Νεμπόισα, ένα ξανθό καθαρματάκι με γαλανά μάτια κι ένα σημάδι στο μέτωπο σα μισοφέγγαρο, ξεφόρτωμα ενός καραβιού του ΟΗΕ μεταξύ καμιά 60αριά προσφυγοπαίδων, που έτρεχε γύρω γύρω και τα ξανθά του τσουλούφια δε μου ‘φταναν ούτε ως τη μέση και φώναζε «ΜΠΟΥΜ!! Μπάνια Λούκα ΜΠΟΥΜ!!» και που στην κωλοτσέπη του είχε κρυμμένο ένα στιλέτο, τότε που ο Μπονάτσος καλούσε τον Γαρύφαλλο και τα τηλεπαιχνίδια στα φόρτε τους μοίραζαν εκατομμύρια δραχμές και μερικές χιλιάδες μερίδες δημοσιότητας – κι ενώ η Μπάνια Λούκα και το Σεράγεβο πνίγονταν στις φλόγες και το αίμα, εμείς απαντούσαμε στις ερωτήσεις του εκατομμυριούχου και ψάχναμε τις λέξεις του τροχού της τύχης, κάπου τότε, κάπου τότε που γνώρισα την πρώτη μου μεγάλη αδικία μεταξύ χιλιάδων άλλων που ήρθαν αργότερα, όταν σε διαγώνισμα του γυμνασίου ο μαθητής Χ έγραψε καλύτερα από τον Ψ αλλά ο Ψ πήρε μεγαλύτερο βαθμό από τον Χ γιατί ο Ψ ήταν ο γιος του γυμνασιάρχη και ο Χ ο γιος του γιδέμπορα (που τα ‘τσουζε στα κρυφά και διάβαζε τον Οδηγητή χωρίς να ξέρει τι διαβάζει – αλλά εκεί πάνω στα ‘ρμάγκια που έβοσκε τα γιδοπρόβατα καμιά φορά ήταν καλύτερος ο Οδηγητής από τη μοναξιά), τότε που έβρισκα χιλιάδες λόγους να μισώ τον κόσμο γιατί έπνιγε πόλεις στις φωτιές και το αίμα κι είχα κάνει φίλους από μια άλλη χώρα που μέχρι να μάθω να επικοινωνώ μαζί τους, τους έχασα πάλι, έγραφα στίχους.

Δεν υπήρχε τίποτα το λυρικό και όμορφο σ’ αυτούς τους στίχους. Υπήρχε ρίμα και πολύ θυμός. Οργή. Και στο κεφάλι μου έπαιζε πάντα ένας ρυθμός Low Bap, να συγχρονίζει το ρυθμό γιατί δεν ήξερα κανόνες στιχουργικής, ούτε μέτρο.

Από πολύ παλιά με θυμάμαι να γράφω και από πολύ παλιά με θυμάμαι να τα καίω. Κυριολεκτικά. Κάθε φορά που όσα έγραφα πάλιωναν κατά κάποιον τρόπο – είτε αφορούσαν κάτι που έγινε και πέρασε, είτε σκέψεις που έκανα και δεν έκανα πια, μάζευα το μάτσο από χρωματιστά χαρτιά και τα ‘ριχνα στο νιπτήρα, κι ύστερα έριχνα οινόπνευμα σχηματίζοντας ένα χλωμό θαλασσί φίδι πάνω στα χαρτιά, άναβα το σπίρτο (σε κείνη την ηλικία η μυρωδιά του καμένου σπίρτου είχε κάτι το ηδονικό) κι έβλεπα τις αναμνήσεις και τις πιο μύχιες σκέψεις μου να καίγονται και να παραδίδονται στη λήθη και την ανυπαρξία, μόρια στάχτης να στροβιλίζονται και να δραπετεύουν από το μικρό παράθυρο του μπάνιου.

Όμως ήρθε ένα κάποτε που αυτό άλλαξε και ό,τι κι αν έχω γράψει από τότε το φυλάω σα θησαυρό. Μαζί με αυτή τη συνειδητοποίηση της ανάγκης να διατηρώ τα κομμάτια του παζλ μου κι όχι να τα εξολοθρεύω με τόσο βάρβαρο τρόπο – αναγκάζοντας παράλληλα με τη φωτιά που έκαιγε τα χαρτιά, και το μυαλό μου να μπει σε διαδικασία αποτέφρωσης και να ξεχάσει, διαπίστωσα πως 20 χρόνια μετά, αυτοί οι στίχοι υπάρχουν ακόμα. Ποιος ξέρει ποια ανώτερη εσωτερική δύναμη (ή ένα ισχυρότερο, αρχέγονο ένστικτο αυτοσυντήρησης) εξαίρεσε αυτό το μικρό σημειωματάριο με τα δεκάδες χαρτιά δεμένα με κίτρινο σπάγκο από την καταδίκη της ανυπαρξίας. Πάντως το έχω. Με αφορμή όλα τα παραπάνω που έγραψε ο Θάνος και το σχετικό άρθρο του καλλιτέχνη, έψαξα να το βρω και να ξαναδιαβάσω τους στίχους μου, εκείνη όλη την οργή που έφτυνα είκοσι χρόνια πριν.

Αν και από αισθητική άποψη και τεχνική είναι φρικτοί, οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι ακριβώς τα ίδια. Διαφορετική ηλικία, διαφορετικοί οι λόγοι, τώρα δεν υπάρχει τροχός της τύχης αλλά σαρβάιβορ, η Μπάνια Λούκα ξαναχτίστηκε αλλά καίγεται η Συρία, δεν ξέρω κανέναν Νεμπόισα αλλά θα ήθελα να γνωρίσω έναν Αμίρ ή Σελίν ή βάλτε όποιο ανατολίτικο όνομα θέλετε, δεν πηγαίνω πια στο γυμνάσιο αλλά έχω χάσει δουλειά για να την πάρει ο ανιψιός του διευθυντή, ο κόσμος έχει αλλάξει ολόκληρος μα παραμένει ίδιος, και τα λόγια που έγραφα τότε με όλο το θυμό και το θράσος των δεκαπέντε μου, είναι επίκαιρα, τα σκέφτομαι ακόμα – ίσως πιο κομψά – και δεν έπαψα στιγμή να τα πιστεύω. Παρόλο που τότε δε σκεφτόμουν το φαγητό της ημέρας, παρόλο που τώρα με απασχολεί καθημερινά γιατί υπάρχουν και μέρες που δεν έχω τίποτα καλύτερο να φτιάξω από ακόμα ένα πακέτο κοντόληκτα μακαρόνια σε προσφορά.

Είναι δύσκολος ο δρόμος της δόξας και του χρήματος. Αν ήμουν θεούσα θα σας έλεγα πως είναι ο δρόμος του διαβόλου. Σε παρασέρνει και σε κάνει να ξεχνάς. Αντί να καις τις αναμνήσεις σου για να αναγκάσεις το μυαλό και την ψυχή σου να ξεχάσει μπας και δεν πονάς πια, τις παραδίδεις σ’ ένα παρελθόν που δεν είναι πια δικό σου γιατί το απαρνήθηκες, γιατί ανήκει σε έναν εαυτό σου κι έναν κόσμο που δεν είναι πια δικός σου.

Γιατί πέρασες στην άλλη πλευρά.

Κι όταν στέκεσαι απέναντι κι από απόσταση ασφαλείας πια κοιτάς τη δυστυχία που αφήνεις πίσω σου, τη δυστυχία που φόρεσες πετσί σου και σαν το φίδι έφτασες στο δικό σου καλοκαίρι και το ξεφορτώθηκες για πάντα αφήνοντάς το πίσω, ένα απολίθωμα από ξερά και άχρωμα λέπια, πολύ εύκολα μπορείς να στρίψεις το πηδάλιο και να αλλάξουν ρότα και οι αράδες σου. Γιατί εκεί που είσαι τώρα τρέφεσαι με ό,τι σε απειλούσε κάποτε. Κάποτε ήσουν η τροφή. Τώρα είσαι το στόμα το ανοιγμένο.

Και ξέρετε τι; Για όλα αυτά, τίποτα από τα παραπάνω δε με εκπλήσσει.




Αν θέλετε να διαβάσετε το «Δέντρο της προσφυγιάς», ένα βιβλίο των Κατερίνας Χαρίση, Gordana Mudri,  Σία Πέρρου και Νατάσα Τσιτσιριδάκη πατήστε εδώ!


Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Εκείνη & εκείνος

Εκείνη, η Κατερίνα Χαρίση, είναι στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας της, συγγραφέας πολυγραφότατη από τρέλα και πάθος, σύζυγος και μαμά δυο υπέροχων γιων.

Εκείνος, ο Θάνος Καλαμίδας, είναι στην πέμπτη δεκαετία του για τα καλά και γνωστός γκρινιάρης.

Εκείνη στην Ελλάδα κι εκείνος 3.500 χιλιόμετρα μακριά. Εκείνη εννιά μήνες ήλιο, εκείνος εννιά μήνες σκοτάδι, εκείνη παραλία εκείνος χιόνι. Και οι δυο θα σας κρατάνε συντροφιά μια φορά την εβδομάδα με ένα θέμα που θα γκρινιάζουν, θα διαφωνούν και μερικές φορές ακόμα και θα συμφωνούν, όλα αυτά με τίτλο: Εκείνη & Εκείνος.

Εκείνη & Εκείνος για τον καλλιτέχνη και το χρήμα

γράφουν η Κατερίνα Χαρίση και ο Θάνος Καλαμίδας.

 

& Εκείνος

Παλι ξεκιναω πρώτος αλλα πριν από λίγο έτυχε να διαβάσω ένα άρθρο/συνέντευξη γνωστού Έλληνα καλλιτέχνη που έκανε μεγάλη επιτυχία την δεκαετία του ’90 και αρχες 2000, σε ένα πολύ ξεχωριστό είδος μουσικής που μάλιστα άρεσε και σε μένα. Κι ενώ πέρασε πάνω από δεκαπέντε χρόνια μιλώντας για τον πόνο του φτωχού και του κατατρεγμένου, αυτή τη στιγμή εχει κάνει μια ασύλληπτη στροφή και μιλάει για τον πόνο του …πατριώτη και την αδικία να φυλακίζεις …Χρυσαυγήτες. Μάλιστα, ένιωσα ανατριχίλες όταν διάβασα στη συνέντευξή του να αναρωτιέται γιατί οι πρόσφυγες …εγκαταλείπουν την χώρα τους, λεγοντας: «δεν τους αρέσει πια η πατρίδα τους; Γιατί φεύγουν; Δεν τους ενδιαφέρουν οι συγγενείς και οι αγαπημένοι που αφήσαν πίσω;»

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο