Guest

Ποιος φοβάται τον προϋπολογισμό προγραμμάτων;

 

Δεν θεωρούμε, ωστόσο, ότι αυτός ο προϋπολογισμός (όπως, εξ άλλου, και οι προηγούμενοί του) προκύπτουν τυχαία ή- έστω – από άγνοια/ημιμάθεια, όπως πολλοί ισχυρίζονται. Έχω εδραία πεποίθηση ότι ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες απαιτήσεις: Διευκολύνουν, αναπαράγουν και προστατεύουν το πελατειακό κράτος. Η πεποίθησή μου αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι αυτού του τύπου οι προύπολογισμοί, οι «αυξητικοί», διαθέτουν, εφαρμοζόμενοι παρ’ ημίν, τα εξής συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:

    • Την τρομερή διασπορά των κωδικών εσόδων-εξόδων, ώστε οι μαίανδροι που σχηματίζονται μεταξύ τους να είναι πιο περίπλοκοι κι απ’ τον Λαβύρινθο. Ποιος μπορεί, για παράδειγμα, να παρακολουθήσει την ροή του χρήματος που κυκλοφορεί σε 6500 κωδικούς;
    • Την ανομοιόμορφη, μη τυποποιημένη λογιστική κωδικοποίηση και την άρνηση εκείνων των διεθνών προτύπων που διευκολύνουν τον έλεγχο όχι μόνο νομιμότητας αλλά και σκοπιμότητας.
    • Τη συνακόλουθη αδυναμία επιμερισμού κόστους ή την αξιολόγηση της απόδοσης των δομών η οποία γίνεται μεγαλύτερη με την διαρκή κινητικότητά τους.
  • Το συγκεντρωτικό- παρ’ όλα αυτά- σύστημα διαχείρισης: Το ΥΠΟΙΚ στη χώρα μας εμπλέκεται στην κατανομή & ανακατανομή πιστώσεων αντί να έχει επιτελικό ρόλο.

Ο αντίλογος στον αυξητικό προϋπολογισμό αλα γκρέκα είναι ο «προϋπολογισμός προραμμάτων». Τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι:

I.Η επικέντρωσή του στη στρατηγική και την οργάνωση της επιχειρησιακής λειτουργίας (αντί των μεμονωμένων δράσεων που αποτυπώνονται στους κωδικούς).

II.Ο πολυετής προγραμματισμός/εκτίμηση των δαπανών των Υπουργείων, η τεκμηρίωση & η σύνδεσή τους με το μακροπρόθεσμο οικονομικό & δημοσιονομικό πλαίσιο καθώς και με τους στόχους της κυβερνητικής πολιτικής.

III.Η ενίσχυση της αυτονομίας και της λογοδοσίας των Υπουργείων και όλων όσων διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα.

Ο προϋπολογισμός προγραμμάτων συγκαταλέγεται, όμως, μεταξύ εκείνων των μεταρρυθμίσεων που θεωρούνται ότι είναι αδύνατο να γίνουν στην Ελλάδα. Για περισσότερο από μια δεκαετία γίνεται συζήτηση, ανακοινώνονται προθέσεις αλλά δεν λαμβάνονται αποφάσεις για την υιοθέτηση και την εφαρμογή του. Φαίνεται ότι, διαχρονικά, κάτι εμποδίζει την μεταρρύθμιση αυτή. Θα πρέπει, δε, αυτό που την εμποδίζει να είναι αρκετά ισχυρό ώστε να μην τελεσφορούν προσπάθειες οι οποίες φθάνουν να υιοθετούνται στο ανώτατο πολιτικό/κυβερνητικό επίπεδο.

Σήμερα ξέρουμε όχι μόνο το όνομα του εμποδίου αλλά και αρκετά χαρκατηριστικά του. Ξέρουμε ότι το πελατειακό κράτος που συστηματικά οικοδομήθηκε και στηρίχθηκε από τις πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν/κυβερνούν τη χώρα αντιστέκεται απέναντι σε τρία προγράμματα σκληρής λιτότητας, και οι ταγοί του προτιμούν την εξουδετέρωση της αναπτυξιακής προοπτικής υπέρ της διατήρησής του.

Ο προϋπολογισμός προγραμμάτων δεν μπορεί να εγκατασταθεί και να είναι αποδοτικός με μια κυβέρνηση, η οποία όχι μόνον δεν έχει πρόγραμμα εξορθολογισμού των κρατικών δαπανών αλλά εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται το δημόσιο χρήμα ως μέσον ικανοποίησης των συμφερόντων ημετέρων και φίλα προσκείμενων διαφερόντων. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα έψαχνε τρόπους πως να γεμίσει το πεδίο «έσοδα» που πρέπει να ισοσκελίζει το πεδίο «έξοδα», αλλά θα αξιολογούσε τo εάν αξίζει/πρέπει να μετέλθει παντοίων τρόπων συλλογής εσόδων (value-for-money) προκειμένου να ισοσκελίσει τα εξοδα που καλύπτει σήμερα. Θα έπρεπε, δηλαδή, να κάνει αυτό που διαφωνεί, αυτό που αντιβαίνει στον ισοπεδωτισμό του λαϊκισμού: Να αξιολογήσει δαπάνες.

Τι θα συνέβαινε, όμως, εάν η κυβέρνηση που έχει αποδοθεί σε σπρίντ διορισμών συγγενών και φίλων επιχειρούσε να αξιολογήσει τα έξοδα, για παράδειγμα, του ΟΑΕΕ; Τα έξοδα του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας; Του Υγείας και του Παιδείας; Της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού; Θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να εξετάσουμε από μηδενική βάση, εάν τα όποια ποσά που δεσμεύονται στους αντίστοιχους κωδικούς τόσο ως αμοιβές όσο και ως επιχιερησιακά έξοδα, αντιστοιχούν στην επίτευξη κάποιων συγκεκριμένων στόχων και αποτελεσμάτων. Όχι, όμως, οιωνδόποτε αλλά εκείνων που καλύπτουν εκφρασμένες ή συναγόμενες ανάγκες των πολιτώντους οποίους πρέπει η συγκεκριμένη υπηρεσία να εξυπηρετεί.

Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν μπορούν, όμως, να παρακολουθήσουν τη λογική αυτών των μεταρρυθμίσεων. Περιορίζονται στην εφαρμογή των όσων έχουν μάθει από τους προηγούμενους: Το αυξητικό μοντέλο συστηματοποίησης εσόδων-εξόδων βιοηθάει στο παζέρι, στο «αλισβερίσι» που είναι συστατικό στοιχείο του πελατειακού κράτους. Αυτή δείχνει να είναι η κεντρική τους επιδίωξη, μέχρι τώρα.

Το Ποτάμι ήταν το μόνο κόμμα στη Βουλή που δεν περιορίσθηκε, κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού, στις προσθαφαιρέσεις των διαθέσιμων ψιχίων για την ανάπτυξη ή τη σωτηρία του κοινωνικού κράτους. Έθεσε, ευθέως, την αναγκαιότητα αλλαγής μοντέλου προϋπολογισμού. Μιλήσαμε για τον προϋπολογισμό προγραμμάτων ως μέσον για την έξοδο από την κρίση και το αδιέξοδο.

Θα συνεχίσουμε την προσπάθεια, προκειμένου να προσελκύσουμε όσο γίνεται περισσότερους στην αντίληψη ότι ο προϋπολογισμός μπορεί να μετασχηματιστεί από ένα ακόμη εμπόδιο, που, σήμερα, το μοναδικό του ενδιαφέρον βρίσκεται στο έαν υπερψηφίσθηκε από την κυβερνητική πλειοψηφία ή όχι, σε ένα όχημα προόδου, υπευθυνότητας και ανάπτυξης.




Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Πρ. Βουλευτής Επικρατείας με Το Ποτάμι και γραμματέας της κοινοβουλευτικής του ομάδας.

 

http://www.inerp.gr


Είμαι νομικός (Πανεπιστήμιο Αθηνών), με διδακτορική διατριβή στην Κοινωνιολογία του Δικαίου (Πανεπιστήμιο Bielefeld, Γερμανία). Η πρώτη μου επαγγελματική ενασχόληση με το διοικητικό/ρυθμιστικό φαινόμενο ήταν στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης στην οποία παραμένω έχοντας διδάξει για περισσότερα από 20 έτη Δημόσια Πολιτική και Ρυθμιστική Διακυβέρνηση. Ακολούθως εργάσθηκα, για δύο δεκαετίες, ως ειδικός επιστήμων στο Υπουργείο Προεδρίας Κυβερνήσεως. Στα χρόνια αυτά προσπάθησα ιδιαίτερα για την ανατροπή των αρνητικών στερεοτύπων για την ελληνική διοίκηση μέσα από την προώθηση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων. Τα ΚΕΠ αποτελούν την πιο γνωστή απ’ αυτές. Από το 2007 και μετά, έχω την ευθύνη του στρατηγικού σχεδιασμού του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Διοικητική Μεταρρύθμιση». Παράλληλα με τις δραστηριότητές μου στην Ελλάδα, είχα έντονη δραστηριότητα ως σύμβουλος πολλών κυβερνήσεων και διοικήσεων (22) καθώς και διεθνών οργανισμών (5) επί θεμάτων διοικητικών μεταρρυθμίσεων. Έχω εκδώσει 5 βιβλία και έχω δημοσιεύσει περισσότερα από εκατό άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Μελέτες μου έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (μεταξύ άλλων, στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά, αραβικά, και κινεζικά). Έχω βραβευτεί δύο φορές από την Αμερικανική Εταιρία Διοικητικής Επιστήμης. Η πρώτη φορά ήταν το 2003, με το βραβείο «Peter Boorsma» από την Southeastern Conference της ΑSPA και η δεύτερη το 2012 στο Las Vegas όπου μου απονεμήθηκε το "International Public Sector Award" της ASPA.

Ποιος φοβάται τον προϋπολογισμό προγραμμάτων;

του Δρ. Παναγιώτη Καρκατσούλη.

 

Ένας ακόμη προϋπολογισμός ψηφίστηκε. Με τα ίδια χαρακτηριστικά που είχαν οι προηγούμενοι: Προϋπολογισμοί- διαχειρστές της μιζέριας που απομένει μετά από μια φοροκαταιγίδα που έρχεται να σαρώσει ό,τι έχει απομείνει ως αποκούμπι στην δοκιμαζόμενη κοινωνία. Προϋπολογισμοί- morituri/ μελλοθάνατοι. Μετά από μια εβδομαδιαία συζήτηση επί παντός, καταλήξαμε να έχουμε έναν προϋπολογισμό προγραμμένο. Έναν προϋπολογισμό που δεν «βγαίνει» και που ο συμπληρωματικός του προεξοφλείται από τους ίδιους τους συντάκτες του. Πάνω απ’ όλα, όμως, αυτός ο προϋπολογισμός συνιστά ένα εξόχως αντι-αναπτυξιακό εργαλείο. Και, εν ταυτώ, ένα ακόμη ανάχωμα στις προσπάθειες των ολίγων σ’ αυτή τη χώρα να αντιμετωπίσουν το πελατειακό κράτος.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο