Βουλευτές

Βάσιμη και ισχυρή η νομική διάσταση των ελληνικών αξιώσεων

 

Όσον αφορά στο κατοχικό δάνειο προς τη Γερμανία, το οποίο συνήφθη υποχρεωτικα, ή ορθότερα με καταναγκαστικό και εκβιαστικό τρόπο- μεταξύ της κατοχικής Ελληνικής Κυβέρνησης και της Γερμανίας, προς συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής, πρόκειται, από νομική σκοπιά για ενοχή εκ συμβάσεως.  Για την απαίτηση αυτή δεν τίθεται ούτε θέμα παραγραφής ούτε θέμα παραίτησης.  Τίθεται μόνο ζήτημα συνολικού υπολογισμού της ως σήμερα.  

Όσον αφορά στις αποζημιώσεις λόγω ανθρώπινων θυμάτων και υλικών καταστροφών στην Ελλάδα από τις δυνάμεις κατοχής, στη Διάσκεψη των Παρισίων το 1946, είχε προσδιορισθεί ένα –κατά προσέγγιση- ποσό τέτοιων αποζημιώσεων προς την Ελλάδα ύψους 7,5 δισ. δολαρίων ενώ το 1953, με τη Συμφωνία του Λονδίνου, δεν «χαρίσθηκαν» στη Γερμανία οι οφειλές της λόγω πολεμικών αποζημιώσεων, όπως η γερμανική πλευρά «τεχνηέντως» φαίνεται να διατείνεται.  

Η Συμφωνία του Λονδίνου, απλώς έθεσε «σε αδράνεια» τις οφειλές της Γερμανίας ως την υπογραφή, κατά το Διεθνές Δίκαιο (Δίκαιο του Πολέμου) «Συμφώνου Ειρήνης» μεταξύ της τελευταίας και των Δυνάμεων που νίκησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.  

Πρόκειται νομικώς για ένα είδος «αναβλητικής αίρεσης» σχετικά με την εξόφληση των υποχρεώσεων της Γερμανίας, επειδή τότε θεωρήθηκε ότι αυτή δεν διέθετε –πρωτίστως λόγω της διαίρεσής της σε Δυτική και Ανατολική- την κατά το διεθνές δίκαιο απαιτούμενη πολιτειακή υπόσταση για ανάληψη και εκπλήρωση συναφών υποχρεώσεων.

Η ικανότητα σύναψης «Συμφώνου Ειρήνης»- επήλθε το 1990, όταν μετά την επανένωση της Γερμανίας η τελευταία απέκτησε ενιαία νομικώς πολιτειακή υπόσταση και κυριαρχία.  

Γίνεται δε σήμερα γενικώς και επισήμως δεκτό –και de facto το έχει αποδεχθεί και η Γερμανία, αφού στη βάση αυτή στηρίζει την εν γένει κυριαρχία της- ότι το ως άνω Σύμφωνο επέχει τη θέση του «Συμφώνου Ειρήνης» που περιγράφει, κατά το Διεθνές Δίκαιο, η προαναφερόμενη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953.  Και τούτο διότι μόνον έκτοτε η Γερμανία μπορούσε να υπογράψει ένα τέτοιο «Σύμφωνο», δεδομένου ότι μόνο τότε, απέκτησε την ενότητά της και την ενιαία κυριαρχία της μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η από ελληνικής πλευράς νομική βάση των αποζημιωτικών απαιτήσεων κατά της Γερμανίας βρίσκει σταθερό έρεισμα κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 3 της Δ΄ Σύμβασης της Χάγης του 1907, σύμφωνα με τις οποίες «ο εμπόλεμος όστις ήθελε παραβιάσει τας διατάξεις του Κανονισμού θα υποχρεούται, αν συντρέχει λόγος, εις αποζημίωσιν, θα είναι δε υπεύθυνος δια πάσας τα πράξεις τας διαπραχθείσας υπό των προσώπων των μετεχόντων της στρατιωτικής του δυνάμεως».  

Επιπλέον, οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47 του «Κανονισμού Νόμων και Εθίμων του Πολέμου στην ξηρά», ο οποίος είναι προσαρτημένος στη Δ΄ Σύμβαση της Χάγης του 1907, καθιερώνουν και τις δύο θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου του Πολέμου, ήτοι τις αρχές της προστασίας του σεβασμού του Ανθρώπου και της ατομικής ιδιοκτησίας.  Όλες αυτές τις αρχές επικαιροποίησε η απόφαση του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης του 1946. Αυτό είχε αποδεχθεί, έναντι της ελληνικής Κυβέρνησης, επισήμως το 1965 ο τότε Καγκελάριος Λούτβιχ Έρχαρτ. Ο ίδιος δε είχε τότε μιλήσει για επανορθώσεις ύψους 500 εκ. γερμανικών μάρκων.

Σύμφωνα με υπολογισμούς, το ελάχιστο των κατά τα μνημονευόμενα ελληνικών απαιτήσεων έναντι της Γερμανίας είναι σήμερα, περίπου, 60 δισ. ευρώ από το κατοχικό δάνειο και 110 δισ. ευρώ λόγω αποζημιώσεων.  Ήτοι σύνολο, περίπου, 170 δισ. ευρώ.  
    
Η Κυβέρνηση προχωρά με στρατηγική για το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων. Πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο δεν έχει λήξει, και η διεθνής δικαιοσύνη, θα καθορίσει την έκβασή του. Ωστόσο, με αποφασιστικότητα, μέθοδο και στρατηγική συντελείται ένα καίριο βήμα προς τη διεκδίκηση γερμανικών αποζημιώσεων.

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Λευτέρης Αυγενάκης γεννήθηκε το 1972. Σπούδασε Δομικός Κτιριακών Έργων στη Σιβιτανίδειο Σχολή και Τοπογράφος Mηχανικός στο ΤΕΙ Αθηνών. Παρακολούθησε πρόγραμμα μετεκπαίδευσης στη Διαχείριση και Τεχνολογία Περιβάλλοντος και Ανάπτυξη Επιχειρηματικότητας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έχει εργαστεί ως Εργοδηγός Δημοσίων Έργων και Τραπεζικό στέλεχος στην Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα. Στη συνέχεια ίδρυσε την εταιρεία «Επιχειρείν Αναπτυξιακή Ο.Ε.»

Υπήρξε μέλος της Κ.Ε. της ΟΝΝΕΔ, αν. υπεύθυνος της ΔΑΠ-Ν.Δ.Φ.Κ. Τ.Ε.Ι. και μέλος του Κ. Σ. της Εθνικής Σπουδαστικής Ένωσης Ελλάδας (ΕΣΕΕ) για δύο περιόδους. Έχει διατελέσει Πρόεδρος της Φοιτητικής Ένωσης Κρητών Αττικής, μέλος του Δ.Σ. της Παγκρήτιας Ένωσης Αθηνών, ιδρυτικό μέλος και Πρόεδρος του Δ.Σ. της Παγκρήτιας Νεολαίας και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Παγκόσμιου Συμβουλίου Κρητικών Νεολαιών.

Το 2007 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Πολιτικά Θέματα (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα). Τον Ιούλιο του 2007, εξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας (7ο Τακτικό Συνέδριο). Το Σεπτέμβριο του 2007 εκλέγεται για πρώτη φορά Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στο νομό Ηρακλείου και επανεκλέγεται στις εθνικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2009. Κατά τη κοινοβουλευτική περίοδο 2007-09 υπήρξε μέλος της διαρκούς επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων και Κοινωνικών Υποθέσεων καθώς και μέλος της μόνιμης επιτροπής Τεχνολογίας και Έρευνας.

Σήμερα είναι μέλος της επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου, καθώς και της Τεχνολογίας και Έρευνας, ενώ έχει έντονη κοινοβουλευτική δραστηριότητα.

Και στις 23 Νοεμβρίου 2010, διεγράφη από τη νέα Νέα Δημοκρατία του κ. Αντώνη Σαμαρά.

Στις 4 Ιανουαρίου 2011 στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου ανακοίνωσε την προσχώρησή του στο κίνημα της Δημοκρατικής Συμμαχίας, απόφαση την οποία γνωστοποίησε και στον πρόεδρο της Βουλής κ. Φίλιππο Πετσάλνικο.

Βάσιμη και ισχυρή η νομική διάσταση των ελληνικών αξιώσεων

Η σημερινή ευρωπαϊκή συγκυρία, χαρακτηρίζεται από την ανάγκη οριοθέτησης των υποχρεώσεων των χωρών της ευρωζώνης ως προς την επίτευξη βασικών δημοσιονομικών στόχων –μεταξύ των οποίων προέχουσα θέση κατέχει το δημόσιο χρέος κάθε χώρας-μέλους.

Αυτή η οικονομική συγκυρία επιβάλλει και την επίλυση των κάθε είδους συναφών διαφορών μεταξύ των χωρών, με βάση το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο.

Ο περί ων λόγος αφορά στις απαιτήσεις του Ελληνικού Κράτους, κατά το Διεθνές Δίκαιο, τόσο για εξόφληση του κατοχικού δανείου όσο και για την καταβολή αποζημιώσεων λόγω των «πεπραγμένων» των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής.