Guest

Προς έναν ειρηνικό αντιφασισμό

γράφει ο Μανώλης Πέπονας.

 

Από τις διακηρύξεις πολιτικών παρατάξεων όλων των αποχρώσεων έως την προσπάθεια δικαιολόγησης της ύπαρξης παρασιτικών αντιδημοκρατικών στοιχείων, ο όρος “αντιφασισμός” χρησιμοποιείται αλλεπάλληλα και ποικιλοτρόπως. Οι πολλαπλές νοηματοδοτήσεις που του αποδίδονται συχνά αντιφάσκουν, ενώ επίσης δεν είναι λίγες οι φορές που άτομα τα οποία διακηρύττουν την αντιφασιστική τους άποψη δρουν με τρόπους ανάλογους του εχθρού τους. Σε όλη αυτή τη σύγχυση μάλιστα πρέπει να προστεθούν τα πολλά πρόσωπα που διαθέτει ο ίδιος ο φασισμός, όντας ικανός να περάσει απαρατήρητος με τις κατάλληλες παραλλαγές του.

 

Αν λοιπόν ο αντιφασισμός οριστεί ως η έμπρακτη αντίθεση στην κάθε μορφή φασισμού, τότε εύκολα γίνεται κατανοητό πως πρόκειται για ένα κίνημα ανοιχτό σε όλους. Παρότι περιέργως οι διάφοροι ελιτισμοί -επαγγελματικοί, πολιτικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί, κτλπ- κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία παρά το μικρό της μέγεθος, όσοι θεωρούμε τους εαυτούς μας αντιφασίστες δεν θα πρέπει να έχουμε αυταπάτες ως προς το μέγεθος του κινδύνου. Ο εχθρός μας έχει επικρατήσει πολλές φορές στο παρελθόν και δεν αναφέρομαι μόνο στη μεσοπολεμική περίοδο· ο φασισμός κυριαρχεί από τη Λατινική Αμερική ως τα στενά του Αγίου Παντελεήμονα, καθιστώντας αναγκαία τη συσπείρωση ανεξάρτητα από τις διαφορές μας. Μπροστά στην ευκολία με την οποία οι μη φασίστες συγκρουόμαστε, το αυγό του φιδιού εκκολάπτεται. Δεν θα αργήσει η μέρα που το τέρας θα επιτεθεί στη γειτονιές μας, αν τουλάχιστον δεν το έχει ήδη κάνει.

Δυστυχώς, αρκετοί θεωρητικά αντίπαλοί του συμβάλλουν στην περαιτέρω αναβάθμιση του φασιστικού κινδύνου. Οι αυτόκλητοι σωτήρες με τα ρόπαλα κάνουν διπλό κακό: από τη μία πλευρά με τις βίαιες πράξεις τους απονομιμοποιούν ένα ευρύ κίνημα και το αποκόπτουν από τις συνδέσεις του με διάφορα μέλη της κοινωνίας, ενώ από την άλλη μας οδηγούν σε συγκρούσεις σε ένα πεδίο στο οποίο -ας είμαστε ειλικρινείς- μειονεκτούμε. Αν πάρουμε ως παράδειγμα φασιστικής οργάνωσης τη Χρυσή Αυγή, τα μέλη της εκπαιδεύονται μόνο σε ένα πράγμα: την ωμή βία. Αντίθετα, οι αντιφασίστες ελάχιστη σχέση έχουν συνήθως με αυτή. Πρόκειται τις περισσότερες φορές για καθημερινούς ανθρώπους οι οποίοι διαθέτουν διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές, φέρουν δε το λόγο ως το μόνο όπλο. Μόνο με τον τελευταίο έχουν πιθανότητες να προσεγγίσουν την -πολλές φορές αδιάφορη ή και εχθρική- κοινωνία για να επιτύχουν στον πόλεμό τους.

Ακόμη λοιπόν κι αν συμφωνήσω πως ο διάλογος με άτομα όπως οι νεοναζί εγκληματίες είναι αδύνατος, εντούτοις, καθώς το πεδίο σύρραξής μας είναι πλατύ, πρέπει κάθε ημέρα να αποδεικνύουμε την πνευματική μας διαφορά. Και κάτι τέτοιο μόνο δύσκολο δεν είναι, αν αναλογιστούμε πως έχουμε ως αντιπάλους άτομα με αντιλήψεις όπως λ.χ. πως «Έλληνας γεννιέσαι δεν γίνεσαι ποτέ» και τα συναφή. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η στροφή προς τη βία -το μόνο πράγμα που ένας φασίστας ξέρει- αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο έγκλημα που θα μπορούσε να διαπράξει ένας αντιφασίστας.

Προσωπικά, ακόμη κι από τους Χρυσαυγίτες ή τους όμοιούς τους, πιο επικινδύνους θεωρώ τους δήθεν αντιφασίστες που ακολουθούν φασίζουσες τακτικές. Όπως έλεγαν ορθά οι Active Member: «Μη ψαρώνεις αδερφέ, με τις ανοιχτές αγκάλες/ κάποιους με τους φασίστες στην ίδια μοίρα τους έχω/ τις ίδιες για μας ονειρεύονται κρεμάλες/ απ’ της ντροπής την επανάσταση απέχω». Οι σημαίες με τα αίματα, το ξύλο στο δρόμο, οι μονόπλευρες αντιλήψεις μόνο σε ακραίο ολοκληρωτισμό παραπέμπουν. Όπως ειπώθηκε παραπάνω, ο κάθε άνθρωπος που αντιμάχεται τον φασισμό έχει ευθύνη να συνομιλεί με τα μέλη της κοινωνίας στην οποία ζει, να προβληματίζει και να δέχεται νέες απόψεις. Κυρίως όμως είναι υποχρεωμένος να αποδεικνύει καθημερινά πως καμία σχέση δεν έχει με ό,τι λέει πως μισεί: την επιβολή μιας άποψης με βίαια μέσα.

Οπωσδήποτε, ο χειρισμός του λόγου είναι κάτι δύσκολο. Ευκολότερο για παράδειγμα -και σίγουρα πιο ακίνδυνο- είναι να εκτονώσει κάποιος την οργή του φορώντας μια κουκούλα και ασκώντας βία, απ’ ό,τι να διαμαρτύρεται με ονοματεπώνυμο απέναντι στα νεοναζιστικά εκτρώματα. Κατά τη γνώμη μου, η αντιμετώπιση του φασισμού, εκείνου του τρομερού εχθρού που άλλοτε έκαψε τα χωριά μας και τώρα έρχεται να μολύνει τις πόλεις μας, απαιτεί γνώση και σύνεση. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, ας το αποδείξουμε.  

 

 

 

 

Για να διαβάσετε δωρεάν το βιβλίο του Μανώλη Πέπονα «Ήρωες και Φιλοκτήτες» πατήστε εδώ!

miles-n-more

 

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Μανώλης Πέπονας είναι ιστορικός, με εξειδίκευση στην πολεμική ιστορία. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1995 και από την ηλικία των 17 ετών αρθρογραφεί επαγγελματικά. Σήμερα, συνεργάζεται -μεταξύ άλλων- με τα περιοδικά "Στρατιωτική Ιστορία", "Ιστορικά Θέματα" και "Ancient History Magazine" (Ολλανδία), ενώ δεκάδες άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο και τρία βιβλία του έχουν εκδοθεί. 

Προς έναν ειρηνικό αντιφασισμό

γράφει ο Μανώλης Πέπονας.

 

Από τις διακηρύξεις πολιτικών παρατάξεων όλων των αποχρώσεων έως την προσπάθεια δικαιολόγησης της ύπαρξης παρασιτικών αντιδημοκρατικών στοιχείων, ο όρος “αντιφασισμός” χρησιμοποιείται αλλεπάλληλα και ποικιλοτρόπως. Οι πολλαπλές νοηματοδοτήσεις που του αποδίδονται συχνά αντιφάσκουν, ενώ επίσης δεν είναι λίγες οι φορές που άτομα τα οποία διακηρύττουν την αντιφασιστική τους άποψη δρουν με τρόπους ανάλογους του εχθρού τους. Σε όλη αυτή τη σύγχυση μάλιστα πρέπει να προστεθούν τα πολλά πρόσωπα που διαθέτει ο ίδιος ο φασισμός, όντας ικανός να περάσει απαρατήρητος με τις κατάλληλες παραλλαγές του.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο