Editorial, slideshow-4

Πώς φτάσαμε στη γιούχα;

moutza-parelasi-thepaper.gr

γράφει ο Δημήτρης Κοντογιάννης.

Δεν μου αρέσει η γιούχα στις παρελάσεις. Δεν μου αρέσει η γιούχα γενικότερα, αλλά ειδικά στις παρελάσεις για κάποιο λόγο με κάνει να ντρέπομαι για αυτόν που γιουχάρει. Αλλά πώς φτάσαμε ως εδώ; Δεν εννοώ «διαβάστε το ιστορικό της γιούχας σε παρελάσεις: από τον Παπούλια στον Βαρεμένο». Πότε αλλάξαμε εμείς τόσο για να θεωρείται η γιούχα στην παρέλαση κάτι το φυσιολογικό;

Για να προλάβω πολλούς από εσάς, όχι, δεν ήμασταν πάντα έτσι. Ακόμα και σε αποχές ακραίας πόλωσης, π.χ. το 1981 ή το 1989, δεν βλέπαμε κανέναν να ανοίγει το στόμα του για να βρίσει τον Καραμανλή, τον Μητσοτάκη ή τον Παπανδρέου. Για μούντζες, αυστηρή αστυνομική προστασία και επίσημους να φυγαδεύονται ούτε λόγος φυσικά. Αυτά τα αυτονόητα σήμερα ήταν αδιανόητα τότε.

Και για να μην έχω διάφορα «εσύ αυτά από πού τα ξέρεις» να ξεκαθαρίσω ότι λόγω της συμμετοχής μου σε ένα εθελοντικό σώμα έχω συμμετάσχει σε περισσότερες από 50 παρελάσεις στη ζωή μου, οπότε όπως και πολλοί άλλοι μπορώ να θυμάμαι καλά το κλίμα και την ατμόσφαιρα, αλλά και το πώς άλλαζε με την πάροδο των χρόνων.

Η πρώτη αλλαγή που παρατήρησα ήταν σε μία διαμαρτυρία της ΚΝΕ ή του ΠΑΜΕ (έχει περάσει λίγος καιρός και δεν είμαι 100% σίγουρος) πριν ξεκινήσει η παρέλαση. Στον Δήμο που είμαι εθελοντής συνηθίζεται να παρελαύνουν πρώτοι οι ανάπηροι πολέμου. Προφανώς πλέον από αυτούς έχουν μείνει πολύ λίγοι, τότε όμως ήταν καμιά δεκαπεντάρα άτομα, με τα καροτσάκια και τα πι τους να δίνουν τον πολύ αργό ρυθμό στα εκατοντάδες άτομα που ακολουθούσαν. Ήταν κάτι το πολύ συγκινητικό και ανατριχιαστικό ταυτόχρονα: αυτοί οι άνθρωποι είχαν ζήσει από κοντά αυτό που δεν έχει βιώσει κανένας Έλληνας τα τελευταία 45 χρόνια· τον πόλεμο. Ζούμε στη μεγαλύτερη περίοδο ειρήνης που έχει περάσει ποτέ στον τόπο μας από τότε που υπάρχει γραπτή ιστορία και αυτοί ανήκουν στην προηγούμενη περίοδο, εκείνη που κάθε λίγα χρόνια μπλέκαμε σε μια καινούρια σύρραξη. Και από την τοπική ΚΝΕ αποφάσισαν μια χρονιά να προηγηθούν εκείνοι των αναπήρων πολέμου και να σκορπίσουν τρικάκια στον δρόμο της παρέλασης. Τότε είχαμε σοκαριστεί. Τότε δεν γνωρίζαμε τι ημέρες θα ακολουθούσαν.

Για να είμαι δίκαιος, δεν κατηγορώ την ΚΝΕ (ή το ΠΑΜΕ ή όποιος ήταν τότε) ότι εκείνοι ξεκίνησαν αυτή την κατάσταση. Το θράσος τους ήταν σύμπτωμα μιας κατάστασης η οποία τους έκανε να θεωρήσουν ότι κάτι το τόσο ακραίο θα έκανε τον κόσμο να ενδιαφερθεί για τον σκοπό τους. Κάτι σαν να κρεμάς πανό στην Ακρόπολη. Αυτό το σύμπτωμα όμως, μαζί με διάφορα άλλα παρόμοια, συνέβαλλε στο να μυθριδατίσουμε το θράσος τους στο σημείο που να θεωρείται κάτι το φυσιολογικό. Τώρα πια, περίπου μια δεκαετία αργότερα, αν κάποιος αποφασίσει να κάνει παρέλαση μόνος του πριν την κανονική παρέλαση δεν θεωρείται ακραίος, αλλά μάλλον γραφικούλης. Τόσο πολύ αλλάξαμε εμείς οι ίδιοι μέσα σε μία δεκαετία.

Έπειτα άρχισε ο ενικός, και είμαι αρκετά σίγουρος ότι πολλοί δεν καταλαβαίνουν καν για ποιο πράγμα μιλάω. Όταν λοιπόν παλιά απευθυνόσουν σε έναν Δήμαρχο ή έναν Βουλευτή, ακόμα και για να τσακωθείς μαζί του, του μίλαγες στον πληθυντικό. Θα έλεγες δηλαδή «δεν ντρέπεστε κύριε Δήμαρχε;» και όχι «δεν ντρέπεσαι ρε αλήτη;». Ξέρω ότι σε πολλούς αυτό φαίνεται περίεργο, αλλά η συγκεκριμένη αλλαγή είναι μια πραγματικότητα. Δεν λέω ότι οι Βουλευτές και οι Δήμαρχοι ήταν κάποτε κάτι το μακρινό και το απρόσωπο. Ακριβώς το αντίθετο, ο Έλληνας είχε συνηθίσει να βλέπει κοντά του ακόμα και τον Βασιλιά και να του πιάνει κουβέντα. Ίσως φταίει η απόσταση που δημιουργήθηκε ανάμεσα στον πολίτη και την εξουσία. Ίσως φταίει ο κανιβαλισμός των πολιτικών προς άλλους πολιτικούς ή η ευκαιρία στο βρίσιμο που μας έδωσε η τεχνολογία, το οποίο μετά έγινε συνήθειο. Σε κάθε περίπτωση, η γλώσσα μας άλλαξε και μαζί άλλαξε και ο τρόπος σκέψης μας. Και πάλι, η αλλαγή στον τρόπο ομιλίας μας ήταν σύμπτωμα, αλλά στην πορεία και αυτό το σύμπτωμα έγινε αιτία για τη νέα ασθένεια.

Μετά ήρθαν οι δικαιολογίες. Αν παλιά σήκωνες χέρι σε έναν πολιτικό αυτομάτως θεωρούσουν φασίστας. Μετά όμως η χειροδικία απέκτησε άλλα ονόματα: αγανάκτηση, διαμαρτυρία, εκδήλωση του θυμού που έχει ο λαός μέσα του… Όταν λοιπόν ο κάθε Καρανίκας σήκωσε το χέρι του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας –όχι σε Δήμαρχο, όχι σε Βουλευτή, όχι σε Υπουργό ή Πρωθυπουργό, αλλά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας!- τότε ο μισός πληθυσμός και ο μισός Τύπος τον δικαιολόγησε. Τότε πια η αλλαγή στη νοοτροπία μας είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Έλειπαν μόνο δύο πράγματα.

Το ένα ήταν η διάρκεια και αυτή ήρθε φυσιολογικά με το πέρασμα του χρόνου. Εκείνοι που κάποτε διαμαρτύρονταν κάνοντας τη δική τους παρέλαση πριν από τους ανάπηρους πολέμου έκαναν οικογένεια και παιδιά. Και τα παιδιά τους δεν έμαθαν ποτέ ότι είναι κακό να μη σέβεσαι αυτόν που πολέμησε ή ότι σε κάποιους όπως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, οι δάσκαλοι και οι Δήμαρχοι πρέπει να μιλάνε στον πληθυντικό ή ότι ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα και δεν υπάρχει σοβαρή δικαιολογία για να δέρνουμε (ή σε κάποιες περιπτώσεις, να σκοτώνουμε) όποιον δεν μας αρέσει. Και αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν και πήγαν στην παρέλαση και μούτζωσαν γεμάτα καμάρι τους επίσημους, χωρίς προφανώς να υπάρχουν σοβαρές επιπτώσεις από το σπίτι ή το σχολείο τους. Και αυτά τα παιδιά τα είδαν οι συμμαθητές τους και τα τα υπερασπίστηκαν και τους είπαν και μπράβο για την πρωτοβουλία τους. Αλλά ακόμα λείπει ένα πράγμα.

Ήρθε λοιπόν η «πρώτη φορά αριστερά» και οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Τώρα κάποιοι –όχι όλοι- από εκείνους που δεν σέβονταν τους ανάπηρους πολέμου και έλεγαν «δεν ντρέπεσαι ρε αλήτη» στον Βουλευτή και τον Δήμαρχο βρέθηκαν να είναι Βουλευτές και Δήμαρχοι. Τώρα λοιπόν στο μυαλό πολλών ήρθε η ώρα της εκδίκησης, ήρθε η ώρα να απαντήσουμε με το ίδιο νόμισμα, με οφθαλμό αντί οφθαλμού. Τώρα θα δει τι θα πάθει το παλιόπαιδο ο Υπουργός στην παρέλαση που μας κούναγε παλιά το χέρι.

Μετά δεν θα μας λείπει τίποτα. Όλοι, μικροί, μεγάλοι, εξουσία και πολίτες, θα έχουμε γίνει τα κωλόπαιδα που κράζαμε όταν ήμασταν μικροί. Τώρα, με τη συνεννοχή όλων μας, ολοκληρώνεται η τσογλανοποίηση του έθνους μας και, στο κλίμα της ημέρας, νιώθουμε επαναστάτες και υπερήφανοι!

 

Φωτογραφία από thepaper.gr

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Δημήτρης Κοντογιάννης είναι ο διαχειριστής του apopseis.gr.

Πώς φτάσαμε στη γιούχα;

γράφει ο Δημήτρης Κοντογιάννης. Δεν μου αρέσει η γιούχα στις παρελάσεις. Δεν μου αρέσει η γιούχα γενικότερα, αλλά ειδικά στις

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο