Guest, slideshow-2

Ποιος ολιγάρχης κυβερνά αυτό τον τόπο;

γράφει ο Θάνος Καλαμίδας.

Κάποτε στην Ελλάδα αντιμετωπίζαμε διλήμματα που είχαν εθνικές διαστάσεις και υπαρξιακό χαρακτήρα, όπως εκείνο το περίφημο “Καραμανλής ή τανκς” που όρισε με τον πιο ωμό τρόπο μια γενιά στην ιστορία αυτής της χώρας. Στη συνέχεια ζήσαμε μερικά ακόμα παρόμοια σε ιστορικό βάρος διλήμματα μέχριΜέχρι που φτάσαμε στο σωτήριον έτος 2020 και επί πρωθυπουργίας Κυριακούλη Μητσοτάκη για να ζήσουμε και το Σαββίδης ή Κοσκωτάς, ουπς συγνώμη, Μαρινάκης ήθελα να γράψω, Σαββίδης ή Μαρινάκης, αλλά ξέρετε τώρα …γλώσσα λανθάνουσα κλπ. κλπ.

Τώρα αν εσείς θέλετε να μείνετε στο θέμα με όρους και πνεύμα ποδοσφαιρικό εγώ δεν έχω καμιά απολύτως αντίρρηση, μόνο που …να, το θέμα δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την ποδοσφαιρική ομάδα του ΠΑΟΚ, της Ξάνθης ή του Ολυμπιακού αλλά με τον ΠΑΟΚ, τον Ολυμπιακό άντε και την Ξάνθη. Και για να το κάνουμε πενηνταράκια ας ξεκινήσουμε από την ποδοσφαιρική του διάσταση. Το ελληνικό ποδόσφαιρο όπως και κάθε άλλο εθνικό ποδόσφαιρο ή γενικά κάθε αθλητική οργάνωση σε όλο τον κόσμο τους διέπεται από μια σειρά κανόνες και νόμους που έχουν προσυμφωνηθεί και συζητηθεί πολύ πριν ξεκινήσει η πρακτική εφαρμογή του. Έτσι όταν η μπάλα βγαίνει από τον ορισμένο χώρο που παίζεται ένας ποδοσφαιρικός αγώνας τότε λέμε ότι είναι “έξω” ή “πλάγιο”, αντίστοιχα όταν ένας παίχτης κλωτσήσει ή σπρώξει συνειδητά αντίπαλο παίκτη λέγεται αγγλιστί “φάουλ”. Αυτά και πολλά άλλα ανήκουν στους κανόνες του παιχνιδιού κι έχουν προσυμφωνηθεί και γίνει γνωστά πολύ πριν ξεκινήσει καν το άθλημα από αυτούς που αποφάσισαν να του δώσουν μια πολύ πιο οργανωμένη μορφή.

Μετά όμως το ποδόσφαιρο όπως και πολλά άλλα αθλήματα,έγινε επαγγελματικό εμπλέκοντας το κράτος εξ ορισμού (εφορία, ασφάλιση κλπ.) που σημαίνει ότι χρειάστηκαν νόμοι που να ορίζουν, – όπως και σε κάθε άλλο επαγγελματικό τομέα σε όλο τον κόσμο – από τις σχέσεις εργαζομένων και εργοδοσίας μέχρι τις σχέσεις εργοδοσίας και κράτους ή διαχείρισης παίρνοντας υπ’ όψιν τις πιθανές ιδιαιτερότητες του κλάδου. Οι νόμοι αυτοί ψηφιστήκαν στην Βουλή αφού συζητηθήκαν και έγιναν γνωστοί σε ΟΛΟΥΣ τους ενδιαφερομένους για να αποφευχθούν μελλοντικά λάθη ή παραλείψεις. Επίσης – και αυτό τους δίνει ακόμα μεγαλύτερο βάρος – συζητήθηκαν και εγκριθήκαν από τους διεθνείς οργανισμούς που διέπουν τα αθλήματα και συγκεκριμένα στην περίπτωση του ελληνικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου, από την ευρωπαϊκή ΟΥΕΦΑ και την παγκόσμια ΦΙΦΑ.

Άρα ούτε ο Σαββίδης που αγόρασε τον ΠΑΟΚ το 2012 ούτε ο Μαρινάκης που τον χαφιέδισε τον Σαββίδη το 2020 δικαιολογούνται να μην ξέρουν έναν νόμο του …1999. Ούτε να προσποιούνται ότι τον ανακάλυψαν χτες γιατί τότε ή κάνουν λάθος επάγγελμα ή άδικα πληρώνουν τις στρατιές των δικηγόρων που πληρώνουν ή τελικά μας θεωρούν όλους πολύ μαλάκες. Κρίνοντας από την μέχρι τώρα πορεία και πρακτική και τον δυο και ειδικά του Μαρινάκη τείνω προς το να μας θεωρούν όλους πολύ μαλάκες και εύκολα θύματα γιατί κάπου εκεί με τον Μαρινάκη αρχίζει και η σχιζοφρένεια τόσο του χαφιέ όσο και της κυβερνητικής αντίδρασης. Ο άνθρωπος που κατήγγειλε την παράβαση των νόμων που διέπουν το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο και απαίτησε την παραδειγματική τιμωρία του παραβάτη είναι την ίδια ακριβώς στιγμή ο ίδιος εξ’ ίσου παραβάτης, υπόδικος για σειρά υποθέσεων συμπεριλαμβανομένων και κάποιων με ποδοσφαιρικό ενδιαφέρον και με δικαστική απαγόρευση να ΜΗΝ ασχολείται με τον ποδόσφαιρο. Επιπροσθέτως με την τιμωρία του άλλου έχει πραγματικά προσωπικά οφέλη συμπεριλαμβανομένων και αξιόλογων οικονομικών, κάτι που ΠΡΕΠΕΙ να το πάρουμε υπ’ όψιν.

Κι αυτό ήταν απλά η επιφάνεια, η …ποδοσφαιρική πλευρά, γιατί αυτό το παγόβουνο έχει πολύ πράμα κάτω από όσο, ελάχιστοφαίνεται.

Η λέξη ‘ολιγαρχία’ παντρεύτηκε τη λέξη ‘Ρώσος’ κάποια στιγμή στα τέλη του προηγουμένου αιώνα και επί προεδρίας του Γιέλτσιν στην Ρωσία, δίνοντας ένα καινούργιο νόημα σε αυτό που μέχρι τώρα οριζόταν σαν: την πολιτική εξουσία που ασκείται από ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας. Η καινούργια κατάσταση ήταν οι Ρώσοι Ολιγάρχες, όπου επρόκειτο για άτομα που εμφανιστήκαν από το πουθενά, κληρονόμοι ή μέλη της σοβιετικής γραφειοκρατίας και εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση ημιπαρανομίας, την πολιτική ανομία και διαφθορά που κυριαρχούσε εκείνη την περίοδο στην Ρωσία και με σειρά σκιωδών πράξεων και κουκουλωμένων εγκλημάτων, έκαναν ασύλληπτα λεφτά όχι πάντα με νόμιμα προϊόντα και συναλλαγές. Επίσης οι ίδιοι εκμεταλλευόμενοι τη διείσδυσή τους στο διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα όχι μόνο νομιμοποίησαν τα αποτελέσματα των παρανομιών τους αλλά κατάφεραν και να διαγράψουν το παρελθόν τους.

Οι ενδείξεις, ο μύθος, οι υποψίες ακόμα και η σχέσεις του με τον Πούτιν δείχνουν τον Ιβάν Σαββίδη να πληροί όλα τα κουτάκια ενός μέσου μεγέθους Ρώσου Ολιγάρχη που έχει δει την Ελλάδα σαν το επόμενο βήμα (ίσως και το τελευταίο) της απόλυτης νομιμοποίησής του όπως δεκάδες άλλοι Ρώσοι Ολιγάρχες(κάποιοι πολύ πετυχημένα) σε όλο τον κόσμο και κυρίως την Ευρώπη.

Ένα κεντρικό χαρακτηριστικό των Ρώσων Ολιγαρχιών στην Ρωσία ήταν η σχέση τους με την εξουσία που άγγιζε τα όρια της αμφίδρομης εξάρτησης. Είναι άλλωστε κοινό μυστικό ότι ο Γιέλτσιν ανέβηκε στην εξουσία και επιβίωσε χάρις στην Ρωσική μαφία που από τα σπλάχνα της ξεπήδησαν οι Ολιγάρχες. Ο Πούτιν, από ό,τι ακούγεται τουλάχιστον, είναι ο άνθρωπος που έγινε ταυτόχρονα πρόεδρος, νονός και ολιγάρχης κατακτώντας τα πάντα.

Συνδυάζοντας λοιπόν όλα τα παραπάνω, τον μύθο και τις υποθέσεις, ο Σαββίδης δεν ήρθε στην Ελλάδα για να παίξει παιχνίδια εξουσίας αλλά για να νομιμοποιήσει τα τρελά λεφτά που έκανε σαν ολιγάρχης στη Ρωσία και να εξασφαλίσει την συνέχεια τους γι αυτόν και την οικογένειά του. Όπως ακριβώς έκαναν και εκατοντάδες άλλοι Ρώσοι Ολιγάρχες την τελευταία εικοσαετία σε όλο τον κόσμο, όρα Ρόμαν Αμπραμόβιτς, ιδιοκτήτη της Τσέλσι, ή τον Εβγκένι Λεµπέντεφ, ιδιοκτήτη δύο γνωστών εφημερίδων στη Βρετανία.

Αλλά επειδή εμείς οι Έλληνες είμαστε λαός άξιος και μας θίγει το εισαγόμενο, έχουμε και τους δικούς μας Ολιγάρχες που δεν είναι Ρώσοι Ολιγάρχες αλλά ολιγάρχες με τον ελληνικό τους ορισμό: η αρχή/εξουσία των ολίγων με εργαλείο/μέσο το χρήμα και ότι άλλο μπορεί να είναι χρήσιμο συμπεριλαμβανομένου και του …ποδοσφαίρου.

Τον Βαγγέλη Μαρινάκη δεν τον ήξερε κανένας πριν το 2007 εκτός ενός πολύ μικρού κύκλου στον Πειραιά που τον ήξεραν μόνο λόγω του πατέρα του, του Μιλτιάδη Μαρινάκη. Μέχρι τότε δεν είχε κάνει τίποτα αξιόλογο που να τον διακρίνει πέρα του ότι απλά κατάφερνε να συντηρεί την σεβαστή περιουσία που έφτιαξε και του άφησε ο πατέρας του. Το 2008 και χάρις στον τότε φίλο του Νίκο Πατέρα άρχισε στην αρχή δειλά αλλά με αυξανομένη συχνότητα, να εμφανίζεται παντού και πάλι χάρις στον Νίκο Πατέρα – που για μυστήριο λόγο τον έβαλε σε όλα τα μεγάλα σαλόνια – άρχισε να αποκτάει προσβάσεις στο όνειρο του κάθε ολιγάρχη, την πολιτική εξουσία και δη την δεξιά μέχρι την καραδεξιά. Ταυτόχρονα και κατά πάσα πιθανότητα πάντα κάτω από την επιρροή των όσων μάθαινε από τον Νίκο Πατέρα και παρακολουθώντας την πεμπτουσία πολιτικού νταβατζή και αμοραλισμού, τον Κόκκαλη για το πως παίζονται τα παιχνίδια εξουσίας και πως τα κονομάς από αυτά, αγόρασε τον ποδοσφαιρικό Ολυμπιακό από τον …Κόκκαλη.

Για να μην μακρηγορώ, ο Μαρινάκης Κόκκαλης δεν είναι όσο κι αν θα το ήθελε, όσο κι αν το προσπαθήσει. Ίσως να φταίει η διαφορά εξάπλωσης προσωπικότητας στο χώρο, ίσως. Αλλά ο Μαρινάκης όρμησε στα πάντα – από το ποδόσφαιρο μέχρι την πολιτική – σαν ταύρος σε υαλοπωλείο αδιαφορώντας πόσα …βάζα θα σπάσει και νομίζοντας ότι όλα έχουν μια τιμή που την ξέρει. Συν ότι ο Μαρινάκης είναι ένας σουρεαλιστικά σχιζοφρενής συνδυασμός Έλληνα επιχειρηματία νταβατζή, Ρώσου ολιγάρχη με ολίγη από Κοσκωτά. Σε αυτό όμως που σίγουρα υπερκερά κάθε Έλληνα νταβατζή και Ρώσο Ολιγάρχη είναι η αλαζονεία και το θράσος που είναι τέτοια που θα έκαναν ακόμα και τον Κοσκωτά να κοκκινίσει.

Έχοντας βοηθήσει οικονομικά κάθε καραδεξιό και ακροδεξιό στοιχείο στον Πειραιά, αφού βοήθησε την αποστασία της αδερφής του Κυριακούλη στο τέλος και σε επίδειξη πολιτικού αμοραλισμού, καιροσκοπισμού και δύναμης, αφού επέβαλε δήμαρχο “βγήκε” και πρώτος δημοτικός σύμβουλος Πειραιά με τις ψήφους κυρίως των Νεοδημοκρατών και ΠΑΣΟΚων Ολυμπιακών και την δυναμική υποστήριξη της Χρυσής Αυγής που είχαν/έχουν βρει στο πρόσωπο του …γραφείο οικονομικής στήριξης και ευρέσεως εργασίας.

Την ίδια στιγμή στήνει μονοπώλια στα ΜΜΕ εξαγοράζοντας τον Οργανισμό Λαμπράκη με τις εφημερίδες, τα σάιτ, τα περιοδικά και τα ραδιόφωνα. Δημιουργεί (ενάντια στους νόμους της αγοράς και κάθε ηθικής) μονοπώλιο στη διανομή τύπου με την ευχέρεια να προωθεί ΜΟΝΟ τα δικά του έντυπα και μποϋκοτάροντας κάθε “αντίπαλο” οικονομικό η πολιτικό έντυπο ενώ ταυτόχρονα προωθεί δυναμικά έμμεσα ή άμεσα τα δικά του ποικίλα πολιτικοοικονομικά συμφέροντα. Και τέλος ο Μαρινάκης κάνει και την αγορά του μεγαλυτέρου ελληνικού τηλεοπτικού καναλιού, του ιστορικού Mega, δημιουργώντας μια αυτοκρατορία ελέγχου της ενημέρωσης του Έλληνα. Σε λίγο καιρό στην Ελλάδα δεν θα μιλάμε για fake news αλλά για Μαρινάκης news.

Περίεργος συνδυασμός πολιτικών και επιχειρηματικών κινήσεων που όμως διακρίνει και πιθανώς να εξηγεί τον Μαρινάκη. Επιφανειακά. Επιφανειακά γιατί όποιος άλλος ήταν στη θέση του θα αντιμετώπιζε ήδη σοβαρά προβλήματα με τη σύγκριση με τον Κοσκωτά αναπόφευκτη. Για τον Μαρινάκη όμως όλα αυτά είναι παραπέτασμα καπνού. Ο Μαρινάκης είναι υπόδικος για τα στημένα παιχνίδια στο ποδόσφαιρο για στημένα στοιχήματα αλλά κυρίως διώκεται για τη μεγαλύτερη υπόθεση ναρκωτικών στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος έχει απαγόρευση εξόδου από την χώρα και θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται από τον νόμο και το κράτος σαν τον Πάμπλο Εσκομπάρ. Κι εκεί είναι το παγόβουνο που θέλει να κρύψει με άγνωστο πόσο βαθιά πάει η ανάμιξη του, αν συνεχίζει και φυσικά κάνοντας τον κολλητικό και θανατηφόρο ιό για όποιον τον πλησιάζει.

Κι όμως. Όχι μόνο δεν αντιμετωπίζεται σαν τον Εσκομπάρ αλλά τον χαϊδεύουν όλοι τρομαγμένοι από τον άνθρωπο που κρατάει στα χέρια του την ενημέρωση στην Ελλάδα και τον Ολυμπιακό στον Πειραιά. Τον Ολυμπιακό, που όπως μας ενημέρωσαν οι οπαδοί του μόλις πριν από δέκα μέρες, στην Ελλάδα είναι κράτος και μην ξεχνάμε ότι όπου βρίσκει ευκαιρία, ιδιωτικά ή δημόσια, ο ίδιος ο Μαρινάκης καμαρώνει ότι έριξε τον Τσίπρα και την αριστερή …χούντα.

Αλλά είπαμε από τις κουμπαριές μέχρι τον έλεγχο της ενημέρωσης και από τον Ολυμπιακό που είναι κράτος μέχρι τους μάρτυρες και ερευνητές του Noor που όλως τυχαίως όλοι αιφνίδια πεθαίνουν, ποιος Κυριακούλης θα τολμήσει να τον ακουμπήσει; Πόσο μακριά αλήθεια φτάνει η δύναμη του; Πόσο μεγάλο είναι αυτό το παγόβουνο; Πάμπλο Εσκομπάρ παγόβουνο;

Πριν από μερικά χρόνια ο Κωστάκης Καραμανλής κήρυξε τον πόλεμο στους νταβατζήδες σε ένα σουβλατζίδικο υπονοώντας τότε τον άρχοντα των διοδίων. Ο Κωστάκης έπεσε κι ο άρχοντας των διοδίων αντικαταστήθηκε από τον άρχοντα των Noor επί Κυριακούλη. Το μεγάλο ερώτημα όμως παρέμεινε:

Ποιος ολιγάρχης κυβερνά αυτό τον τόπο;

******************

Στη φωτογραφία: επηρεασμένος από την παρούσα μόδα στα κοινωνικά δίκτυα διεθνώς.

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Θάνος Καλαμίδας, ένας Έλληνας στο Παρίσι και στο Λονδίνο και στο Βερολίνο και στο Τόκιο και τελευταία στο Ελσίνκι. Για εικοσαετία ελεύθερος σκοπευτής και αναλυτής για Βρετανικά μέσα με ανταποκρίσεις από τη Νότια Αφρική μέχρι την Κίνα, από την Νικαράγουα μέχρι το Σουδάν. Τα τελευταία χρόνια αναλυτής για Σκανδιναβικά, Βρετανικά και Γαλλικά έντυπα σε θέματα που κυρίως αφορούν την ευρωπαϊκή κοινότητα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ποιος ολιγάρχης κυβερνά αυτό τον τόπο;

γράφει ο Θάνος Καλαμίδας. Κάποτε στην Ελλάδα αντιμετωπίζαμε διλήμματα που είχαν εθνικές διαστάσεις και υπαρξιακό χαρακτήρα, όπως εκείνο το περίφημο