Guest

Περί κριτικού πνεύματος και μπλογκς

 

 

Λοιπόν ο Γιώργος αφού πέρασε από τη κλασσική συνομωσιολογία που θέλει όλους τους ξένους να μισούν τους έλληνες και να έχουν κάνει σκοπό της ζωής τους να καταστρέψουν την Ελλάδα μένοντας άγρυπνοι για χρόνια και προσπαθώντας καθημερινά να βρουν τρόπους για να το πετύχουν έφτασε στους Φιλανδούς. Εκεί πια ο θυμός του ήταν εμφανής σε σημείο που δυο φορές τα φλιτζάνια του καφέ αναπήδησαν στο τραπέζι μας. «Και να σου πω τι πιστεύω εγώ;» Να και η πληροφορία που ερχόταν. «Οι Φιλανδοί είναι φιλότουρκοι γι αυτό μας παιδεύουν και κάνουν όσα κάνουν!» Απλά χαμογέλασα. «Και να το γράψεις αυτό!» μου τόνισε και έπνιξα το γέλιο με μια βαθιά γουλιά καφέ. Αλλά η περιέργεια δεν με άφηνε οπότε έκανα και τη λάθος ερώτηση, και πως έβγαλες αυτό το συμπέρασμα βρε Γιώργο; Και εκεί μου ήρθε η αποστομωτική πληροφορία, «καλά εσύ δεν διαβάζεις μπλογκ;» και κούνησε υποτιμητικά το κεφάλι του σαν να έλεγε, μα τι δημοσιογράφος είσαι εσύ που δεν διαβάζεις μπλογκ! Στη συνέχεια ασχολήθηκε αποκλειστικά με την Μέρκελ – τι πόνος κι αυτός με τη γερμανίδα καγκελάριο – και τους ναζιστές γερμανούς.

 

Τώρα εγώ αφού του είπα να δώσει χαιρετισμούς στη Φιλανδή γυναίκα του και του ευχήθηκα να περάσει καλά στο φιλανδικό χωριό που θα έκανε διακοπές στο εξοχικό δίπλα στη Φιλανδική λίμνη των Φιλανδών πεθερικών του με τα κατά το ήμισυ φιλανδικά παιδιά του, αποφάσισα να επιστρέψω στο γραφείο μου, αλλά τα λόγια του Γιώργου με είχαν πάρει από πίσω και δεν με άφηναν σε ησυχία. Και θα ξεκινήσω από το τέλος που με προβλημάτισε περισσότερο.

 

Κι εγώ διαβάζω τα μπλογκς, μάλιστα έχω δικό μου προσωπικό μπλογκ που διατηρώ τα τελευταία έξη χρόνια και συμμετέχω και σε μια σειρά από άλλα σαν επισκέπτης συχνά σχολιάζοντας. Και υπάρχουν μλπογκς που όχι απλά ενημερώνουν αλλά έχουν κάνει επανάσταση στο χώρο της ενημέρωσης. Και δεν μιλώ για τον αριθμό επισκέψεων – που πολλές φορές είναι πλαστός ή κατασκευασμένος – αλλά για την αξία πληροφοριών και τον τρόπο μετάδοσης. Τα μπλογκς έδωσαν την ευκαιρία σε ανθρώπους με πραγματικό ταλέντο που χανόντουσαν για πολλούς λόγους να αναδειχτούν και μάλιστα κάποιους από αυτούς να πετύχουν όπως το παράδειγμα της πολύ επιτυχημένης ελληνίδας της Arianna Huffington ή του αμερικάνου Kos, που τα μπλογκς τους επεμβαίνουν πολύ δυναμικά στην αμερικανική πολιτική πραγματικότητα.

 

Οι λόγοι που δημοσιογράφοι δημιουργούν μπλογκ, τα περίφημα ενημερωτικά μπλογκς είναι διττός. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές στα έντυπα που δουλεύουμε δεν μπορούμε να πούμε όλα όσα θα θέλαμε η να γράψουμε όλα όσα βλέπουμε και αυτό είτε γιατί υπάρχει ο κίνδυνος μήνυσης είτε γιατί λογοκρινόμαστε – ανάλογα με τον έκδοτη – ή αυτολογοκρινόμαστε. Τα μπλογκς λοιπόν σε συνδυασμό με την ανωνυμία τους έδωσε τη λύση. Όλοι οι δημοσιογράφοι ονειρεύονται μια μέρα να γράψουν ένα βιβλίο που να λέει «τα πάντα» αλλά τις περισσότερες φορές αυτό παραμένει απλά όνειρο και επιθυμία. Αλλά όλοι μας κρατάμε σημειώσεις και αναμνήσεις από στιγμές της επαγγελματικής μας ζωής με ανέκδοτα που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να δημοσιοποιήσουμε. Με τα μπλογκς λοιπόν απελευθερωθήκαμε. Αυτό το ημερολόγιο με τις σημειώσεις και τα πολλές φορές γαργαλιστικά ανέκδοτα χωρίς έξοδα μπορούσε να δημοσιοποιηθεί και μάλιστα αφού επρόκειτο και για προσωπικό ημερολόγιο χωρίς διακρίσεις ή υποχρέωση μεταξύ φανταστικού και πραγματικού και φυσικά χωρίς τις νομικές υποχρεώσεις που φέρει η έκδοση ενός άρθρου σε ΜΜΕ. Και οι δημοσιογράφοι το εκμεταλλεύτηκαν και το αξιοποίησαν με κάθε τρόπο.

 

Τώρα στο συγκεκριμένο χώρο στην Ελλάδα παράλληλα με την υπερπαραγωγή δημοσιογράφων – αυτό είναι μια διαφορετική συζήτηση – με τα δημοσιογραφικά μπλογκς ίσχυσε η εξής παροιμία, δώσε θάρρος στο χωριάτη να σου ανέβει στο κρεβάτι! Δεκάδες ή καλύτερα εκατοντάδες δημοσιογραφικά μπλογκς δημιουργήθηκαν με μοναδικό τους εργαλείο όχι την έρευνα ή την κρίση – σοφέ Αριστοτέλη, αλλά ποιος σε ακούει πια – αλλά το copy/paste (αντιγραφή-επικόλληση). Το κακό όμως δεν σταματά εκεί. Επειδή θέλουν κάπως και να διαφοροποιηθούν από το αρχικό κείμενο – που συνήθως είναι αντιγραφή μεγάλου ειδησεογραφικού πρακτορείου ή διαδικτυακής πηγής – κάνουν και κάποια αλλαγή, για να φανεί ότι είναι και αποκλειστική πληροφορία, με αποτέλεσμα μετά από μερικά μπλογκς η «πληροφορία» να έχει αλλοιωθεί και διαστρεβλωθεί τόσο πολύ που να μην έχει καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα. Η τελική πληροφορία μάλιστα γίνεται και επικίνδυνα παραπληροφοριακή ή ανάλογα με το προσωπικά συμφέροντα του συγγραφέα κατευθυνόμενη ή κατευθύνουσα.

 

Χρόνια τώρα διαβάζω στα ελληνικά μπλογκς «πληροφορίες» η νέα από τη Φιλανδία και στην αρχή μάλιστα είτε με σχόλια ή με μέιλ είχα προσπαθήσει να διορθώσω κάποιους μιας και τόνιζαν την δημοσιογραφική τους ταυτότητα και πιστεύοντας καλοπροαίρετα ότι είχαν διαβάσει λάθος αυτό που μετέφεραν ή δεν τους βοηθούσε η γλώσσα η ο διαδικτυακός μεταφραστής που είχαν χρησιμοποιήσει. Αλλά σύντομα ανακάλυψα ότι ο κύριος που έγραφε το κείμενο στο φορητό του υπολογιστή από την καφετερία στο Κολωνάκι με το φραπεδάκι και το πούρο του θεωρούσε τον εαυτό του πιο πληροφορημένο από μένα που το γραφείο μου είναι στο δημοσιογραφικό κέντρο της φιλανδικής κυβέρνησης, και μάλιστα το έκανε και «αποκαλυπτικό» νέο. Αυτό βέβαια που με σταμάτησε από το να ξαναπροσπαθήσω ήταν ότι ο κύριος μπλόγκερ αδιαφορούσε για το τι έγραφε και την εγκυρότητα του  όσο οι αριθμοί επισκέψεων μεγάλωναν ενισχύοντας το εγώ τους, εκβιάζοντας, επιβάλλοντας και πουλώντας τους εαυτούς τους σε όψιμα αφεντικά που δελεάζονται από αυτούς τους αριθμούς μεταφράζοντας τους σε ευρώ και γιατί όχι για να πιάσουν και καμία διαφημισούλα. Κι έτσι όλοι οι διάτονες αστέρες της ελληνικής ενημέρωσης γίναν μπλογκερς μέσα στη «ζούγκλα» της ελληνικής δημοσιογραφίας, παραπληροφορώντας και πολλές φορές κατευθύνοντας επικίνδυνα χωρίς καμία αναστολή τους αναγνώστες τους. Τι να σου κάνει λοιπόν ο διψασμένος για πληροφόρηση Γιώργος όταν διαβάζει τον καλά «ενημερωμένο» και «αποκαλυπτικό» δημοσιογράφο, ειδικά όταν αυτός ο Γιώργος ζει στο Ελσίνκι και η μοναδική του πληροφόρηση και ψυχαγωγία είναι αυτά τα μπλογκς;

 

Θα μου πείτε τώρα ποια είναι η λύση. Η λύση είναι μέσα στο πρόβλημα. Αυτό που είναι άρρωστο είναι το κριτικό πνεύμα – για άλλη μια φορά ο σοφός Αριστοτέλης – και εδώ τουλάχιστον εγώ πιστεύω ότι κάτω από τις σημερινές συνθήκες ίσως να δουλέψει μια ακόμα ελληνική παραδοσιακή παροιμία. Το ουδέν κακόν αμιγές καλού. Ίσως η σημερινή κρίση που όπως όλοι συμφωνούμε είναι και κρίση ηθών – πάντα αριστοτελικά – να βοηθήσει ο μέσος Έλληνας να αποκτήσει το κριτικό πνεύμα που χρειάζεται όσον αφορά το τι διαβάζει και το τι ακούει. Μην ξεχνάμε ότι τον τελευταίο χρόνο μεgaλες ειδήσεις έχουν δημιουργήσει έντονη καχυποψία στους ακροατές τους για συμφέροντα και μάλιστα έχουν αποδοκιμαστεί έντονα γι αυτό. Αυτό απαίτησε κριτικό πνεύμα.

 

Αλλά με τον Γιώργο δεν τελειώσαμε ακόμα. Βλέπετε οι λέξεις του συνεχίζουν να με ακλουθούν και εγώ θα τις ακολουθήσω την επομένη Παρασκευή. Μέχρι τότε λοιπόν υπομονή με τη ζέστη, στο Ελσίνκι βρέχει αυτή τη στιγμή και μακάρι να μπορούσαμε να μοιράσουμε την απόσταση τουλάχιστον σε θερμοκρασίες μπας και νιώσουμε κι εμείς λίγο καλοκαίρι.

 

Και πατριώτες, ψυχραιμία!

 

Υ.Γ. Γράφοντας για προσωπικά ανέκδοτα και έλληνες δημοσιογράφους θυμήθηκα κάτι που θα σας δείξει το ήθος – πάντα αριστοτελικά – κάποιων ελλήνων δημοσιογράφων. Πριν από μερικά χρόνια κατά τη περίοδο της φιλανδικής προεδρίας στην ΕΕ τις ημέρες της συνάντησης των αρχηγών κρατών και την εποχή της ακμής των ελληνικών ΜΜΕ ήρθε από την Ελλάδα ένα καραβάνι από έλληνες δημοσιογράφους από τα πιο απίθανα μέσα για να καλύψει το γεγονός. Όπως ήταν φυσικό το βράδυ βγήκαν έξω για να γνωρίσουν την φιλανδική νυχτερινή ζωή και κάποιοι – αυτοί που δεν πήγαν σε κεντρικό στριπτιζάδικο – μπήκαν σε παμπ που έτυχε να βρίσκομαι κι εγώ με την παρέα μου. Το κάπνισμα απαγορεύεται αυστηρά στους κλειστούς χώρους στη Φιλανδία και δεν υπάρχουν εξαιρέσεις ή παραθυράκια. Αν κάποιος καπνίσει μέσα σε εσωτερικό χώρο δεν είναι μόνο που συλλαμβάνεται αλλά αυτομάτως κλείνει και το μαγαζί. Κύριος δημοσιογράφος βγάζει παρά τις πινακίδες και αφού έχει δει και έχει ενημερωθεί ότι κανένας δεν καπνίζει, ένα πούρο και το ανάβει. Αμέσως η κοπέλα από το μπαρ τον πλησιάζει και του λέει ευγενικά ότι πρέπει να το σβήσει η να βγει έξω – και έκανε και κρύο εκείνη τη νύχτα – να το καπνίσει. Ο κύριος την αγνοεί και λέει στη παρέα του κάτι για τους κουτόφραγκους – άλλη λέξη χρησιμοποίησε αλλά τέλος πάντων – αδιαφορώντας για την κοπέλα που του επαναλαμβάνει ότι πρέπει να βγει έξω με το πούρο του. Όπως ήταν φυσικό η κοπέλα καλεί τον …μπρατσαρά του μαγαζιού για να ασχοληθεί με το θέμα ο οποίος πιάνει τον κύριο δημοσιογράφο ήρεμα από το χέρι και του δείχνει την πόρτα. Ο κύριος δημοσιογράφος λοιπόν – το μικρόσωμο της παρουσίας του μάλιστα τον έκανε να φαίνεται αστείος μπροστά στον μπρατσαρά Φιλανδό – σηκώνεται έξαλλος και του ουρλιάζει «Do you know who I am ΡΕ!» Το ‘ρε΄ με έμφαση. Ότι άλλο και να ήθελα να γράψω φαντάζομαι είναι περιττό. Ο κύριος δημοσιογράφος και η παρέα του φυσικά αποχώρησαν αμέσως με λίγη βοήθεια, βρίζοντας τη Φιλανδία και τους βάρβαρους κουτόφραγκους που όταν εμείς κάναμε πολιτισμό αυτοί ζούσαν στις σπηλιές και οι λοιπές κρίσεις …δικές σας!

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Θάνος Καλαμίδας, ένας Έλληνας στο Παρίσι και στο Λονδίνο και στο Βερολίνο και στο Τόκιο και τελευταία στο Ελσίνκι. Για εικοσαετία ελεύθερος σκοπευτής και αναλυτής για Βρετανικά μέσα με ανταποκρίσεις από τη Νότια Αφρική μέχρι την Κίνα, από την Νικαράγουα μέχρι το Σουδάν. Τα τελευταία χρόνια αναλυτής για Σκανδιναβικά, Βρετανικά και Γαλλικά έντυπα σε θέματα που κυρίως αφορούν την ευρωπαϊκή κοινότητα.

Περί κριτικού πνεύματος και μπλογκς

του Θάνου Καλαμίδα

 

Τη Δευτέρα που μας πέρασε και μετά από μια πολύ φορτωμένη μέρα σταμάτησα για ένα καφέ και μια ανάσα ηρεμίας στο κέντρο του Ελσίνκι όπου κατά σύμπτωση συμπατριώτης που είχα σχεδόν ένα χρόνο να δω είχε ακριβώς την ίδια ιδέα. Έτσι μετά τα συνηθισμένα εισαγωγικά περάσαμε στο θέμα της τωρινής μας ζωής, την κατάσταση στην Ελλάδα. Και όπως ήταν φυσικό, ο Γιώργος – χρειάζομαι να του δώσω ένα όνομα που δεν ανταποκρίνεται απαραίτητα στη πραγματικότητα – περίμενε από μένα να έχω όλες τις κρίσιμες πληροφορίες. Αφού λοιπόν τον απογοήτευσα με την έλλειψη «κρισίμων» πληροφοριών, η καλύτερα δεν του είπα αυτά που ήθελε να ακούσει, αποφάσισε να με πληροφορήσει εκείνος.

 

Εδώ θα κάνω μια παρένθεση, αλλά χρόνια τώρα και λόγο της δουλειάς μου έχω συνηθίσει πια κάθε φορά που συναντώ κάποιον να θέλει να μου δώσει κάποια «πληροφορία» που δεν ξέρω, η να μου υποδείξει τι πρέπει να γράφω και τι να μην γράφω. Στην αρχή με πείραζε και προσπαθούσα να το συζητήσω. Μετά ανακάλυψα ότι δεν είχε σημασία τι έλεγα, ο άλλος θα μου έλεγε την πληροφορία του, θα μου έλεγε πώς να την γράψω και θα μου έκανε και παρατηρήσεις για το τι είχα γράψει μέχρι τότε για το θέμα. Έτσι περιορίζομαι να κουνάω το κεφάλι μου και κατά περιόδους να αφήνω και κανένα επιφώνημα έκπληξης για το σημαντικό της «πληροφορίας».