Guest

Όχι, δεν ήσουν

 

 

 

 

 

 

Όχι, δεν ήσουν αυτή που αναζητούσα.
Ήσουν η απελπισμένη ανάγκη μου να ζήσω, όπως δεν είχα ζήσει ως τώρα.
Ήσουν ένα ανάχωμα για τα ακυρωμένα μου όνειρα. Η δύναμη ενός μέλλοντος,
που περνούσε πάνω από τα σηκωμένα χέρια μου και ενώ πηδούσα να το φτάσω,
εκείνο μού γλίστραγε και μου γλίστραγε, όσο να μένει ανέγγιχτο.
Ήσουν εκείνη που πέρασε δίπλα μου, στον χρόνο μου, που την κράτησα για άλλη.
Με τα απελπισμένα χέρια που πιάνουν ό,τι μπορούν για να μη μένουν άδεια.
Κουράστηκαν να μένουν άδεια.
Ένα τραγούδι ήσουν. Κάποιος στίχος του.
Όχι, αυτό που λεγα μέσα μου. Άλλωστε αυτό κανείς δεν το άκουγε, για κανέναν
δεν ήταν προορισμένο. Έμενε εσώκλειστο να παίζει και να ξαναπαίζει εμμονικά
και κει στην έξαρση της εκφοράς του, τα γεγονότα να γίνονται άλλα, μεταλλαγμένα,
ως προορισμένα να πουν, πριν να επισυμβούν. Ένα τραγούδι ήσουν, άλλο, που του
έμοιαζε, που με ξεγελούσε και σ’ έσπρωχνε στα χέρια μου, ως άλλη.
Εκείνη που ερχόταν αλλά … δεν είχε φθάσει ακόμα. Τα μάτια της που κοιτούσα,
το βυθισμένο βλέμμα τους, ήταν στα μάτια σου. Εκεί που χανόμουν.
Παραληρούσα τότε από σύγχυση, από δανεική ηδονή.
Δεν γινόταν αλλιώς. Ωστόσο δεν είχα δικαίωμα να σου πω. Ήξερα πως δε θα
καταλάβαινες. Πώς να αποδεχόσουν μια φιλοξενία, που κανείς δε σε είχε
προετοιμάσει; Ακόμη χειρότερα, που ανεπίγνωστα εσύ επιτελούσες;
Όχι, δεν ήσουν εσύ. Όμως όλα τα σημάδια της ήταν πάνω σου κι εγώ… ο τυχερός
που τα βλεπα. Κρυμμένα των άλλων βλεμμάτων.
Δεν αγάπησα εσένα. Όμως στο σώμα σου ήταν εκείνη, καθώς ερχόταν από το
μέλλον. Είχε δοκιμάσει κι άλλα σώματα. Όλα τα είχα αγαπήσει εξ’ ίσου. Ήταν
κομμάτια της.
Όμως να ξέρεις … κάποια στιγμή που συνήθισα τη μουσική, άρχισα να πιστεύω ότι
ήσουν εσύ. Να ξεγελώ τον εαυτό μου, ότι το ταξίδι είχε ήδη ολοκληρωθεί.
Τα χέρια μου όμως με πρόδιναν. Σε άφηναν ενώ δεν ήθελα.
Πώς να ξεγελάσεις τα χέρια; Τα κοιτούσα και τα μάλωνα και μετά έκλαιγε η σκέψη
μου στην αγονιμοποίητη συνύπαρξη, στην έγνοια μου, πως η ζωή μου κοντοζύγωνε
για κει που παύουν οι ευκαιρίες.
Έπειτα η ίδια αυτή σκέψη σήκωνε να ρωτά. Πώς; Πότε; Γιατί όχι ακόμα;
Μεγάλωσα πια. Όμως όχι τα μάτια μου.
Μεγάλωσα πια, όμως όχι τα χέρια μου.
Μεγάλωσα πια. Ναι, ναι, μεγάλωσα.
Όμως όταν κοιτάζω με τα ασυνήθη μάτια μου, νιώθω τις ρυτίδες μου φτιασίδια
θεάτρου, που θέλουν ένα παιδί να παριστάνει τον «μεγάλο».
Όμως όταν πιάνω με τα ασυμβίβαστα χέρια μου, νιώθω πως τα σώματα που
πέρασαν, χαμένα δεν πήγαν. Ως να άφηναν τη μυρωδιά σου, κάθε σώμα ένα
κομμάτι της. Όλα αυτά τα χρόνια σε μάθαιναν άλλωστε και τώρα ξέρουν.
Δεν μπορείς να τα ξεγελάσεις.
Όχι, δεν ήσουν εσύ.
Όμως … ήσουν.
Μέχρι το επόμενο σώμα.

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Μάνος Μαυρομουστακάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960.

Απόφοιτος της Μαθηματικής Σχολής του Παν/μίου Ιωαννίνων

Μαθήτευσε στη Φιλοσοφική Αθηνών στο τμήμα «Ιστορία Τέχνης»

Πρόσφατα εξέδωσε

Τη συλλογή διηγημάτων «Με τα μικρά τους ονόματα» εκδ. Γαβριηλίδης

Τις ποιητικές συλλογές «Τα χαϊκού της Παρασκευής», «Οδοιπόρες λέξεις», «190+1 χάικου», και «Ασύμμετρες Αναπνοές» εκδ. Γαβριηλίδης και «Θεάσεις», εκδ. Βακχικόν

και το θεατρικό έργο «Η Παράσταση»   εκδ. Δωδώνη

τα οποία μπορείτε να βρείτε εύκολα στα περισσότερα βιβλιοπωλεία, αλλά και μαζί με τον ίδιο στο Σύνταγμα, Βουλής 14

Όχι, δεν ήσουν

ένα ποίημα του Μάνου Μαυρομουστακάκη.

 

Όχι, δεν ήσουν

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο