Guest

Οι υποχρεώσεις του δημόσιου λόγου

facebook-twitter-social-media-internet

γράφει ο Βασίλης Βρανάς.

Την τελευταία δεκαετία τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media) μπήκαν για τα καλά στην καθημερινότητά μας. Συνιστούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι αυτής – ιδιαιτέρως στο χώρο της πολιτικής, γεγονός το οποίο καταμαρτυρείται από πολλά παραδείγματα, όπως ότι η πλειοψηφία των κομμάτων διατηρούν λογαριασμούς στα social media, ομοίως και οι πολιτικοί, τα υπουργεία κλπ.

Εκτός του φαινομένου αυτού, εμφανίστηκε και ένα άλλο, παράπλευρο φαινόμενο. Ο λόγος για τους διαμορφωτές γνώμης (influencers). Οι διαμορφωτές γνώμης καθιερώθηκαν στην πολιτική – διαδικτυακή ζωή μας  κατά την περίοδο των μνημονίων και είναι επώνυμοι λογαριασμοί ή και ανώνυμοι (σ.σ. κάνουν χρήση ψευδώνυμων).

Οι λογαριασμοί αυτοί, ανήκουν κατά κύριο λόγο σε άτομα που δεν πολιτεύονται, αλλά έχουν ξεκάθαρη κομματική προτίμηση και δημοσιεύουν κείμενα / αναρτήσεις, είτε υπέρ του κόμματος που υποστηρίζουν είτε κατά κομμάτων τα οποία αντιστρατεύονται τα συμφέροντά τους. Στο σημείο αυτό, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι ένας χρήστης των social media χαρακτηρίζεται ως διαμορφωτής γνώμης, όταν είναι μεγάλη η αποδοχή των αναρτήσεών του. Η αποδοχή των αναρτήσεων μετριέται εμπειρικά με τον αριθμό των like των retweet, view κλπ. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την προαναφερθείσα ορολογία, θα λέγαμε ότι τα παραπάνω αναφέρονται χονδρικά στο πόσοι χρήστες είδαν τις αναρτήσεις ενός άλλου χρήστη.

Στο σημείο αυτό -για αποφυγή αναμενόμενων παρεξηγήσεων- οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι στο βαθμό που οι αναρτήσεις των προαναφερθέντων κινούνται στα νομικά και ηθικά πλαίσια που έχει ορίσει η κοινωνία, τότε δεν υπάρχει ψόγος.

Υπάρχει όμως μία ανησυχία, η οποία είναι αποτέλεσμα (μάλλον) άγνοιας. Όταν ένας χρήστης μετατρέπεται σε διαμορφωτή γνώμης, άρα οι αναρτήσεις του τυγχάνουν μεγάλης αποδοχής, τότε θα πρέπει ο χρήστης αυτός να καταλάβει ότι μπαίνει στο χώρο του λεγόμενου «δημόσιου λόγου». Μέχρι πρότινος, ο δημόσιος λόγος ήταν χαρακτηριστικό των ανθρώπων που είτε εμφανίζονταν στα ΜΜΕ είτε με κάποιον άλλο τρόπο γραπτό ή προφορικό είχαν μεγάλο ακροατήριο ή αναγνωστικό κοινό.

Ο δημόσιος λόγος, κατεξοχήν, έχει μία σειρά από κανόνες που τον διέπουν, νομικής, ηθικής, λογικής και αισθητικής υφής. Είναι αυτοί που δεσμεύουν λόγου χάρη έναν πολιτικό από το να χρησιμοποιεί στο λόγο του προτροπές σε βία ή, σε ένα άλλο παράδειγμα, οι κανόνες αυτοί δεν επιτρέπουν σε έναν καλεσμένο σε τηλεοπτικό πάνελ να χρησιμοποιεί ύβρεις. Το αυτό, πρέπει να ισχύει και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δηλαδή όσοι εκφέρουν δημόσιο λόγο, να ακολουθούν τις προαναφερθείσες δεσμεύσεις.

Επομένως, όταν ένας χρήστης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μεταβάλλεται, από απλό χρήστη των μέσων, σε διαμορφωτή γνώμης, οφείλει να λάβει υπόψη του ότι το «παιχνίδι» έχει κανόνες και πως μαζί με την αίγλη που αποκτά, λόγω της αποδοχής των λόγων του, από ένα αξιοσέβαστο αριθμό άλλων χρηστών, αποκτά και υποχρεώσεις – τις υποχρεώσεις που φέρει ο δημόσιος λόγος. Η αποδοχή και η τήρηση των δεσμεύσεων από όλους τους εμπλεκόμενους στο δημόσιο διάλογο, είναι αυτές που διατηρούν το επίπεδο του πολιτισμού και της ηθικής μας σε ανώτατο επίπεδο. Επομένως, οφείλουν οι νεοεισερχόμενοι στην αρένα του δημόσιου λόγου, να σεβαστούν τους κανόνες του παιχνιδιού.

Πρώτοι να διδάξουν και να διασφαλίσουν την ποιότητα του δημόσιου λόγου είναι οι παραδοσιακά μετέχοντες σε αυτόν (πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί κλπ.). Αυτοί, θα δώσουν το παράδειγμα και αυτοί είναι που ανεβάζουν ή κατεβάζουν τον πήχη στην ποιότητα. Κι αν ακόμα κάποιος χαμηλώνει το επίπεδο του δημόσιου λόγου, τότε δεν προσπαθούμε να χαμηλώσουμε το δικό μας επίπεδο για να τον ανταγωνιστούμε, αλλά αντιθέτως τον απομονώνουμε. Στην κοινωνία, όταν κάποιος παραβιάζει τους κανόνες του κράτους, τότε τον απομονώνουμε από το σύνολο, κλείνοντάς τον στη φυλακή – δεν παραβιάζουμε κι εμείς τους νόμους για να τον ανταγωνιστούμε.

Συμπερασματικά: α) Οι διαμορφωτές κοινής γνώμης, αφού αποφάσισαν να ενταχθούν στη σφαίρα του δημόσιου διαλόγου, είναι υποχρεωμένοι, να ασπαστούν τους κώδικες συμπεριφοράς που τον διέπουν, β) Οι  παραδοσιακοί διαμορφωτές κοινής γνώμης, είναι υποχρεωμένοι να κρατήσουν ψηλά το επίπεδο του δημόσιο λόγου και να παραδειγματίσουν τους υπόλοιπους μέσω του ήθους τους και γ) Οι πολίτες, οφείλουν να απομονώνουν όσους δεν τηρούν τους στοιχειώδεις κανόνες δημόσιου λόγου και όχι να τους επιβραβεύουν υποκινούμενοι από τα κατώτερα ένστικτά τους.

 

 

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Βασίλης Βρανάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986. Εργάζεται από το 2011 ως ανεξάρτητος σύμβουλος στρατηγικής επικοινωνίας και παράλληλα αρθρογραφεί συστηματικά στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο από το 2004.

Σπούδασε στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο SDA Bocconi School of Management στο Μιλάνο της Ιταλίας και στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο οποίο εκπόνησε και ολοκλήρωσε επιτυχώς τη διδακτορική του διατριβή πάνω στο έργο του Ιταλού πολιτικού Νικολό Μακιαβέλι.

Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα κινούνται στο χώρο της πολιτικής επικοινωνίας, της πολιτικής αρετής, της κρατικής σκοπιμότητας και του πολιτικού ρεαλισμού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Οι υποχρεώσεις του δημόσιου λόγου

γράφει ο Βασίλης Βρανάς. Την τελευταία δεκαετία τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media) μπήκαν για τα καλά στην καθημερινότητά μας.