Guest

Η κλεπτοκρατική λειτουργία των διεθνών αγορών, η ευρωζώνη, η Γερμανία και η Ελλάδα

euro-dollar

γράφει ο Θεόδωρος Κατσανέβας.

Ένα από τα μεγαλύτερα  αναπάντητα ερωτήματα είναι, πώς εξηγείται στη σημερινή εποχή της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, η διεθνής οικονομία και ειδικότερα η Ευρωπαϊκή, για να μη μιλήσουμε για τη δύσμοιρη Ελλάδα, να πορεύεται πηδώντας από κρίση σε κρίση και να σέρνεται σε καθεστώς συνεχούς ύφεσης. Οι διάφοροι χρηματιστηριακοί αναλυτές, αναλίσκουν τόνους μελάνης σε βαρύγδουπες πολύπλοκες οικονομικές αναλύσεις που δεν καταλήγουν πουθενά.

Τα πράγματα είναι πιο καθαρά.Η κλεπτοκρατική λειτουργία των διεθνών αγορών, ο ανεξέλεγκτος χρηματιστηριακός τζόγος και η διοχέτευση τεράστιων κεφαλαίων σε χώρες-φορολογικούς παράδεισους όπου δε φορολογούνται και δεν συμμετέχουν σε αναπτυξιακή παραγωγική διαδικασία, είναι το βασικότερο αίτιο για τις οικονομικές κρίσεις και την αλμαματώδη διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων.

Η άκοπη κερδοσκοπία του χρηματιστηριακού κεφαλαίου που δεν παράγει τίποτα αλλά μόνο τζογάρει, είναι κυρίως υπεύθυνη για τα φαινόμενα αυτά. Η διόγκωση της οικονομίας της φούσκας του χρηματιστηριακού κεφαλαίου, εκτός από τις οικονομικές κρίσεις, εξηγεί και τα τεράστια ελλείμματα που εμφανίζουν όλες σχεδόν οι χώρες διεθνώς, με κορυφαία τις ΗΠΑ.

Τα συνολικά ελλείμματα όλων των χωρών διεθώς είναι τεράστια και το σημερινό παγκόσμιο χρέος υπολογίζεται στο αστρονομικό ποσό των 226 τρις δολαρίων. Που βρίσκονται τα πλεονάσματα είναι η εύλογη ερώτηση που προκύπτει; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι, κρύβονται σε φορολογικούς παράδεισους, όπου παραμένουν ακίνητα ή διοχετεύονται σε μη αναπτυξιακές παραγωγικές δραστηριότητες [1].

Όλα αυτά, συμβαίνουν σε μια εποχή που η αλματώδης τεχνολογική εξέλιξη έχει αυξήσει κατακόρυφα την παραγωγικότητα εργασίας. Για αυτό και πριν από 20 περίπου χρόνια διεθνείς αναλυτές όπως ο Jeremy Rifkin, μιλούσαν για το «τέλος της εργασίας», για μια  εποχή δηλαδή που η υψηλή τεχνολογία θα περιορίσει τον ανθρώπινο μόχθο και τις οικονομικές κρίσεις. (2). Και όμως το αντίθετο συμβαίνει, με τους φτωχούς να γίνονται φτωχότεροι και τους πλούσιους πλουσιότερους.

Όπως έχει αποδείξει  ο Αυστραλός καθηγητής οικονομικών Steve Keen [3], ο χρηματιστηριακός τομέας της οικονομίας από τα τέλη του 1980 σε διεθνές επίπεδο, έχει κατά πολύ ξεπεράσει τον μη χρηματιστηριακό τομέα και αυτό υπερμεγενθύνεται αργότερα. Η αποκαλούμενη οικονομία της φούσκας (bubble economy) υπερκαλύπτει την πραγματική οικονομία και αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, τη συσσώρευση κρατικών χρεών και τη δημιουργία οικονομικών κρίσεων.

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στον Economist το 2015, η αξία των ημερήσιων χρηματιστηριακών συναλλαγών παγκοσμίως ανέρχεται σε 50 δις δολάρια, έναντι μόλις 5 δις. δολ. της αξίας των ημερήσιων παγκόσμιων συναλλαγών της πραγματικής οικονομίας για αγαθά και υπηρεσίες.

Αυτό σημαίνει ότι, ο κύκλος εργασιών και τα κέρδη του κλεπτοκρατικού χρηματιστηριακού κεφαλαίου, της οικονομίας του τζόγου και του καζινο-καπιταλισμού, είναι δέκα φορές μεγαλύτερος από την πραγματική οικονομία της παραγωγής, του μόχθου και της εργασίας.

 Έτσι εξηγείται και η τελευταία παγκόσμια οικονομική κρίση που με διαφοροποιήσεις, συνεχίζει να ταλαιπωρεί την υφήλιο και να διευρύνει το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Και αυτό, παρ’ όλο που η αλματώδης τεχνολογική πρόοδος των τελευταίων χρόνων, θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε ριζική ανάταξη της διεθνούς οικονομίας.

Αν αυτή η ανέντιμη και αδιέξοδη κυριαρχία του χρηματιστηριακού κεφαλαίου σε βάρος της πραγματικής οικονομίας της παραγωγής και του μόχθου δεν ανατραπεί, οι οικονομικές κρίσεις και η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, θα συνεχίσει να ταλαιπωρεί τη χώρα μας, την Ευρώπη και το μεγαλύτερο μέρος της υφηλίου.

Η Ευρωπαϊκή οικονομική καχεξία

Στην περίπτωση της Ευρώπης, η  διεθνής οικονομική δυσανεξία πολλαπλασιάζεται από την υφεσιακή πολιτική και το υπερτιμημένο ευρώ. Για το φαινόμενο της παρατεταμένης ύφεσης της ευρωπαϊκή οικονομίας, ευθύνεται αυτή η ίδια η  υφεσιακή πολιτική σε συνδυασμό με το ακριβό και μη ανταγωνιστικό ευρώ, που επιβάλλει με θρησκευτική ευλάβεια στη γηραιά Ήπειρο το Βερολίνο, με σκοπό να ενισχύσει το ευρώ έναντι του δολαρίου και να το υποκαταστήσει μερικώς ως παγκόσμιο ανταλλάξιμο νόμισμα. Αυτός ο υπόγειος πόλεμος νομισμάτων ( Currency war )[4],  έχει ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα αλλά και γενικότερα στην περιφέρεια της Ευρώπης όπου η δομή της οικονομίας δεν ταιριάζει με το υπερτιμημένο ευρώ.

Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι, η ευρωζώνη βρίσκεται στην ουρά της παγκόσμιας ανάπτυξης, ενώ οι χώρες της περιφέρειας με επικεφαλής την Ελλάδα, ακολουθούν μια πρωτοφανή κατιούσα πορεία. Την ίδια ώρα που η ευρωζώνη ακολουθεί αυτή την αναιμική οικονομική πορεία, οι περισσότερες, σχεδόν, χώρες διεθνώς έχουν ξεπεράσει την παγκόσμια κρίση του 2008 και αναπτύσσονται ικανοποιητικά, μέχρι και αλματωδώς.

Και ενώ η  Ελλάδα, η  Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ισπανία κατολισθαίνουν και ολόκληρη η ευρωζώνη σέρνεται εμφανίζοντας ασήμαντους ρυθμούς ανάπτυξης, χώρες όπως η Αιθιοπία, η Μογγολία, το Τουρκμενιστάν και όχι μόνο, αναπτύσσονται αλματωδώς με ετήσια ποσοστά αύξησης του ΑΕΠ άνω του 10%.

Ο βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι, οι ταχύτερα αναπτυσσόμενες χώρες, εφ’ όσον δεν υποφέρουν από εσωτερική πολιτική αστάθεια, ακολουθούν το παράδειγμα της χαλαρής νομισματικής πολιτικής της Κίνας. Επιβάλλλουν  φραγμούς στις εισαγωγές μέσω τελωνειακών δεσμών, άμεσες και έμμεσες επισδοτήσεις ενισχύσεις των εξαγωγών και των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων, προωθούν ελεγχόμενη  διολίσθηση των νομισμάτων τους, ενισχύοντας έτσι τη διεθνή τους ανταγωνιστικότητα.

Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε στη μέση ενός παγκόσμιου οικονομικού πολέμου και «πολέμου νομισμάτων»  (currency wars) κυρίως ανάμεσα στο δολάριο, το ευρώ και το γουάν. Στον πόλεμο αυτό,  ο μεγάλος χαμένος μέχρι τώρα είναι η Ευρώπη και κυρίως η ευρωζώνη του νότου και ειδικότερα την Ελλάδα.

Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί το Βερολίνο επιδιώκει να αποκτήσει διεθνή οικονομική υπεροπλία με τη  δημιουργία ενός ισχυρού ευρώ, κάτι που η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί. Έτσι εξηγείται και η υστερική επιμονή της τελευταίας για να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη.

Αντίθετα, αυτό δε συνάδει με τα σχέδια του Βερολίνου, γιατί αν χαλαρώσει το πλαίσιο των αυστηρών κανόνων της ευρωζώνης για την Ελλάδα, αυτό θα μεταδοθεί σαν ντόμινο και στις άλλες χώρες της, το ευρώ θα υποτιμηθεί και το σχέδιο θα καταρρεύσει. Έτσι η Ελλάδα και όχι μόνο, πληρώνει το τίμημα του οικονομικού πολέμου και του  πολέμου νομισμάτων ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Γερμανία, με τη δεύτερη να επιδιώκει την οικονομική και γεωπολιτική της ανάταση και την πρώτη να προσπαθεί να την περιορίσει.

Οι  ΗΠΑ θέλουν τη Γερμανία ως ανάχωμα απέναντι στη Ρωσία κυρίως, αλλά όχι και σε βαθμό που θα αμφισβητήσει την υπερκυριαρχία της διεθνώς και ειδικότερα στο στρατόπεδο της δύσης. Και με όλα αυτά, η ζωή συνεχίζεται με τη χώρα μας να κατολισθαίνει στον πυθμένα της φτώχειας, της εξαθλίωσης και της εξαΰλωσης.[5]

 

……………………………………………………

[1] Gabriel Zugman. ( 2015). Ο κρυμμένος πλούτος των εθνών.

(2)Jeremy Rifkin.(1994). The end of work and the future

[3] Steven Keen. (2012). Debuking economics.The naked emperor dethroned. Zed Books

[4] James Rickard. ( 2014). Currency wars.

[5] Τα στοιχεία μέρος του παρόντος άρθρου προέρχονται από την παρουσίαση επιστημονικού άρθρου του αρθρογράφου στο διεθνές συνέδριο ICABE ( International Conference in Applied Business and Economics) με τίτλο, The modern Greek tragedy, the euro zone crisis, the currency wars and the Grexit, τον Οκτώβριο του 2015

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Θεόδωρος Κατσανέβας (PhD στο  London School of Economics and Social Science) είναι πανεπιστημιακός και πολιτικός. Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Ο.Α.Ε.Δ., Διοικητής του Ι.Κ.Α., βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στην Β' Αθήνας και πρόεδρος του κόμματος "Δραχμή, Ελληνική Δημοκρατική Κίνηση Πέντε Αστέρων".


http://theodore-katsanevas.blogspot.gr/


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Η κλεπτοκρατική λειτουργία των διεθνών αγορών, η ευρωζώνη, η Γερμανία και η Ελλάδα

γράφει ο Θεόδωρος Κατσανέβας. Ένα από τα μεγαλύτερα  αναπάντητα ερωτήματα είναι, πώς εξηγείται στη σημερινή εποχή της αλματώδους τεχνολογικής προόδου,