Η Ελληνική διασπορά

του Νίκου Λάιου.

Η ελληνική διασπορά υπάρχει εδώ και σχεδόν 4000 χρόνια, καθώς η Ελλάδα είναι ένα μικρό έθνος του οποίου ο επιπλέον πληθυσμός έφευγε στο εξωτερικό κάθε φορά που οι έντονες πιέσεις του υπερπληθυσμού, του πολέμου, της πείνας και των διαμαχών ταλάνιζαν τη χώρα.

Η διασπορά ξεκίνησε από την Μυκηναϊκή εποχή, όταν σύμφωνα με τα ευρήματα σε ένα αρχαίο παλάτι των Χετταίων, τα δυτικά τους σύνορα απειλούνταν από τον λαό των ‘Αχιγιάβα’, δηλαδή τους Αχαιούς. Αργότερα, πόλεις όπως η Κόρινθος ξεκίνησαν αποστολές για την εγκαθίδρυση νέων αποικιών στην Σικελία και την Νότιο Ιταλία, μεταφέροντας με αυτόν τον τρόπο την ελληνική γλώσσα, το αλφάβητο, τα αμπέλια και τις ελιές στην Ιταλία και την υπόλοιπη Ευρώπη.

Από τότε έως και σήμερα, οι Έλληνες έστελναν τα παιδιά τους με καράβια έως τα πέρατα του κόσμου με σκοπό να ψάξουν για μια νέα ζωή, για ένα νέο ξεκίνημα… Έτσι και οι γονείς μας τιμώντας την περιπετειώδη και παλικαρίσια φλέβα του Οδυσσέα, ταξίδεψαν στις ξένες ακτές της Αμερικής, του Καναδά και της Αυστραλίας.

Βάσει αυτών λοιπόν προκύπτει το ερώτημα, τι είναι η πατρίδα για έναν Έλληνα της διασποράς; Που είναι αυτή η πατρίδα;

Η έννοια και η ιδέα της Ελλάδας, σε αντίθεση με οποιοδήποτε άλλο έθνος, δεν περιορίζεται στα γεωγραφικά της σύνορα, αλλά προσδιορίζεται από τον ίδιο της τον λαό.

Ανέκαθεν οι Έλληνες της διασποράς αναπολούσαν την πατρίδα τους με βαθιά μελαγχολία και τέτοιο πόνο που μπορεί κανείς να νιώσει μόνο εάν φύγει από το σπίτι του.

Όταν ήμουν μικρός στο Σύδνεϋ, ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου άκουγε τους δίσκους του Στέλιου Καζαντζίδη, με τα λυπητερά τραγούδια που μίλαγαν για την ξενιτιά και την νοσταλγία που την συνοδεύει. Μέχρι και σήμερα που πλέον έχω μεγαλώσει, δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρια που φέρνουν αυτά τα τραγούδια στα μάτια μου, αλλά ούτε και την έντονη επιθυμία που μου ξυπνάνε για την επιστροφή μου στην Ελλάδα.

Ωστόσο κάθε χρόνο τον Αύγουστο και για έναν μήνα, επιστρέφω στην αγκαλιά της οικογένειάς μου, στα βουνά της Ηπείρου, για να παραβρεθώ στον εορτασμό της Κοίμησης της Θεοτόκου, για να επισκεφτώ τα ελληνικά νησιά, για να νιώσω στο δέρμα μου την αλμύρα από τον αφρό των αιγαιοπελαγίτικων κυμάτων, και στη συνέχεια να πάω στην Αθήνα και να ‘τα σπάσω’ στα μπουζούκια, να πάω στο Ποσειδώνιο να ακούσω τον Πάνο Κιάμο, να πάω στις υπαίθριες ταβέρνες όπως για παράδειγμα στον ‘Κρητικό’, να φάω κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης και να χορεύω όλη τη νύχτα ζεϊμπέκικο κάτω από τα τείχη του Περικλή.

Έπειτα επιστρέφω πάλι στο σπίτι μου στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας και βυθίζομαι στη ζωή που εγώ ο ίδιος δημιούργησα σ’ αυτήν την πανέμορφη παραλιακή πόλη, ως συνέχεια του ηρωικού κατορθώματος των γονιών μου. Γυρίζοντας όμως στην Αυστραλία, γυρνάει μαζί μου και το ερώτημα. Τι είμαι; Είμαι Αυστραλός; Είμαι Έλληνας; Μήπως είμαι Ελληνο-Αυστραλός ή μήπως Αυστραλο-Έλληνας;

Επεξεργάστηκα εκτενώς αυτό το ερώτημα και κατέληξα στο απλό συμπέρασμα ότι είμαι και τα δύο: είμαι πολίτης της Ελλάδας και της Αυστραλίας. Όπου και να βρεθώ το μυαλό μου γυρνάει στην Ελλάδα. Θα είμαι πάντοτε ένας Έλληνας. Ταυτόχρονα όμως είμαι και Αυστραλός πολίτης συμβάλλοντας με όλες μου τις δυνάμεις και συμμετέχοντας ενεργά στον πολιτισμό και τους θεσμούς αυτού του θαυμάσιου έθνους.

Το ζήτημα της ταυτότητας είναι πάρα πολύ σημαντικό για τους Έλληνες της διασποράς, συνεπώς μια σύντομη εξήγηση είναι απαραίτητη. Τα πρώτα χρόνια οι Έλληνες μετανάστες στην Αυστραλία, αντιμετώπισαν τον ρατσισμό και τις προκαταλήψεις. Γυμνάσιο πήγα σε ένα παραλιακό σχολείο νότια του Σύδνεϋ, όπου η μόνη έγνοια των ντόπιων ήταν το σερφ. Στο σχολείο ήμουν ο μοναδικός Έλληνας ανάμεσα σε ένα πλήθος μικροκαμωμένων ξανθών Αυστραλών. Έμοιαζα λες και ήμουν από άλλο πλανήτη. Οι πολιτιστικές διαφορές ήταν τεράστιες, ενώ κάθε απόγευμα επιστρέφοντας σπίτι, έπρεπε να κρύβω το δεξί μου χέρι πίσω από την πλάτη μου, για να μην δει η μητέρα μου τις δαγκωνιές των Αυστραλών συμμαθητών μου με τους οποίους τσακωνόμουν σχεδόν καθημερινά.

Εμπειρίες σαν κι αυτή σημάδεψαν βαθιά ένα τεράστιο κομμάτι των Ελλήνων της Αυστραλίας, γεγονός που ανάγκασε πολλούς Έλληνες να αλλάξουν τα ονόματά τους από Νίκος, Στέφανος και Δημήτρης, σε Νικ, Στηβ και Τζιμ. Με τον τρόπο αυτό, πολλοί Έλληνες λύγισαν στην πίεση της αφομοίωσης, που τους ήθελε να εντάσσονται στον πληθυσμό για να αποφύγουν τον ρατσισμό. Εγώ παρέμεινα Νίκος αρνούμενος να ενδώσω.

Αυτό ήταν ένα συχνότατο βίωμα των ελληνόπουλων της Αυστραλίας τις δεκαετίες του 70’ και του 80’, και μια πίεση που ποτέ δεν έγινε κατανοητή από τους Έλληνες που παρέμειναν στην πατρίδα. Με το πέρασμα όμως του χρόνου, η αυστραλιανή κοινωνία εξελίχθηκε, έγινε εξαιρετικά κοσμοπολίτικη και εν τέλει συνειδητοποίησε πόσο πολύτιμη ήταν η συνεισφορά των Ελλήνων μεταναστών, με αποτέλεσμα σήμερα να συμβιώνουμε αρμονικά, σεβόμενοι ο ένας τον πολιτισμό του άλλου. Η ζημιά όμως έχει ήδη γίνει καθώς πολλοί Έλληνες της διασποράς δεν θεωρούν πια τους εαυτούς τους Έλληνες.

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν; Ποιες είναι οι ανάγκες, τα θέλω και οι προσδοκίες των Ελλήνων της διασποράς; Η απάντηση είναι απλή και έγκειται στην καλλιέργεια του ‘ανήκειν’ στη γενέτειρα Ελλάδα. Έγκειται στην ανάπτυξη πολιτικών και πολιτιστικών δεσμών με τους Έλληνες της διασποράς όλων των ηλικιακών ομάδων. Έγκειται στην προώθηση εκπαιδευτικών καλοκαιρινών εκδρομών στην Ελλάδα για τους έφηβους Έλληνες της διασποράς, στην διευκόλυνση περισσότερων Ελλήνων της διασποράς να αποκτήσουν το ελληνικό διαβατήριο (όπως εγώ) και τέλος το σημαντικότερο, στην ψήφο και την πολιτική αντιπροσώπευση των Ελλήνων της διασποράς στην Ελλάδα και στα Ευρωπαϊκά κοινοβούλια.

Μόνο με τη λήψη τέτοιων μέτρων θα χτιστεί ένας ισχυρός δεσμός αγάπης ανάμεσα στην Ελλάδα και τα παιδιά της που βρίσκονται μακριά, χαμένα στην διασπορά, ένας δεσμός που θα γεφυρώσει τις δύο πλευρές και θα αποφέρει αμοιβαία ευεργετικά αποτελέσματα.

Τον 21ο αιώνα ο κόσμος μίκρυνε και μετατράπηκε σε μια ενιαία αγορά όπου κυριαρχεί το καπιταλιστικό σύστημα. Για τον λόγο αυτό, οι κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές αναταράξεις επηρεάζουν την ευρωστία, αλλά και την κοινωνική και οικονομική ισορροπία των κρατών, γεγονός που αποδείχτηκε από την παγκόσμια παράλυση που επέφερε η πρόσφατη οικονομική κρίση αλλά και την επακόλουθη κοινωνική και οικονομική ύφεση που έπληξε την Ευρώπη.

Μπροστά στα μέτρα λιτότητας που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η Ελλάδα, και ενώ η χώρα πλησιάζει τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της ύφεσης, οι Έλληνες της διασποράς αναπολούν την πατρίδα τους με λύπη αλλά και με θυμό. Με λύπη για όσα υπομένουν τόσοι αθώοι μισθωτοί και συνταξιούχοι, και με θυμό γιατί οι απλοί Ευρωπαίοι εξαναγκάζονται να γίνουν πειραματόζωα, υπακούοντας στις διαταγές των Βρυξελλών που ορίζονται από τους αδύναμους και έως τώρα ανεπαρκείς πολιτικούς, οι χειρισμοί των οποίων βοήθησαν μόνο τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Θυμός για τα κλειστά μαγαζιά και τα επαγγέλματα που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και πολλών άλλων Ευρωπαϊκών κρατών.

Τα τελευταία εκατό χρόνια η Ελλάδα οικονομικά ήταν καμένο χαρτί, καθώς έμοιαζε με μια αρχαϊκή, σοβιετικού τύπου οικονομία του 1930 που φυλασσόταν στο συρτάρι από Μαρξιστές αριστερούς πολιτικούς, από κλειστά σωματεία και συλλόγους κεκτημένων δικαιωμάτων όπως αυτοί των χημικών, των δικηγόρων, των οδηγών ταξί, των κατασκευαστικών, των γιατρών, των ναυτιλιακών, από δεξιούς πολιτικούς που θεωρητικά υπηρετούσαν τον καπιταλισμό αλλά στην ουσία ‘βόλεψαν’ μόνο συγγενείς και φίλους με τα φακελάκια, καθώς επίσης και από τη βιομηχανία πετρελαίου. Όλο αυτό το βάρος των παραπάνω ‘άνανδρων’ συλλόγων συνδικαλιστών έπεσε στις πλάτες του Έλληνα πολίτη και αντίστοιχα μετέτρεψε την ελληνική κοινωνία σε μία από τις πιο ακριβές και μη ανταγωνιστικές κοινωνίες στον κόσμο.

Στο ερώτημα εάν θα δοθεί στους Έλληνες τις διασποράς ισότιμο δικαίωμα ψήφου και αντιπροσώπευσης στα ελληνικά και ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, οι Έλληνες πολιτικοί απαντούν αρνητικά ισχυριζόμενοι ότι κάτι τέτοιο θα προκαλούσε αναστάτωση στο ελληνικό status quo και φυσικά στους προαναφερθέντες συλλόγους.

Οι Έλληνες της διασποράς αγαπάμε την πατρίδα μας και ένα από τα πλεονεκτήματα που έχουμε ζώντας στο εξωτερικό είναι ότι μπορούμε να δούμε τι συμβαίνει στην Ευρώπη με την αντικειμενικότητα που λείπει αυτή τη στιγμή από την ελληνική κοινωνία και που θα μπορούσε να αποτελέσει καταλυτικό παράγοντα για μια θετική αλλαγή αλλά και για την εξέλιξη της πατρίδας μας.

Τα τελευταία 4000 χρόνια η Ελλάδα έχει υποστεί τις πιο θυελλώδεις και βίαιες αναταράξεις από όλα τα κράτη. Παρόλα αυτά αντέχει ακόμα· και στην τωρινή μάχη που δίνεται για να ορθοποδήσει, η διασπορά μπορεί να βοηθήσει ξανά. Ένας πολιτικός, με μια του υπογραφή μπορεί να δώσει πολιτικά δικαιώματα στους Έλληνες της διασποράς, γεγονός που θα διευρύνει αυτόματα τα σύνορα της Ελλάδας και θα δώσει μια οργανική και ευέλικτη έννοια στη χώρα.

Ζούμε σε έναν καπιταλιστικό κόσμο και η Ελλάδα δεν αντέχει το τίμημα μιας ανάδρομης πορείας ούτε βέβαια μπορεί να φτιάξει την αριστερίζουσα ‘Νεφελοκοκκυγία’ της. Η Ελλάδα πρέπει να καλλιεργήσει στην συνείδηση των Ελλήνων την ελπίδα και τη φιλοδοξία.

Δίνοντας πολιτικό δικαίωμα στη διασπορά, η τελευταία θα επιστρέψει στην πατρίδα. Όχι αναγκαστικά με την κυριολεκτική έννοια. Στην ουσία όμως θα δημιουργηθεί ένας νέος ομφάλιος λώρος μέσα από τον οποίο θα εμπλουτιστεί και θα βοηθηθεί η Ελλάδα, καθώς πλέον οι Έλληνες της διασποράς θα ανήκουν σε δυο πατρίδες.

Νίκος Λάιος

Βόρειο Σύδνεϋ, Αυστραλία  

 

Μετάφραση: Αφροδίτη Ανδρειώτη

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο