Guest, slideshow-4

Γεμιστά

gemista by avlxyz (Alpha)

ένα διήγημα του Μάνου Μαυρομουστακάκη.

Από το υπερυψωμένο παράθυρο του ισογείου, μυρωδιές πηδούσαν προς τα έξω, καλοδεχούμενες από τα πεινασμένα ρουθούνια του. Καλής νοικοκυροσύνης αέρας, τις σκόρπιζε παντού. Μάλλον θα ήταν “γεμιστά”.

Κοντοστάθηκε –στάση με πρόθεση- στον δρόμο που πήγαινε και έμεινε να απολαμβάνει κάποια δευτερόλεπτα ευωχίας. Από κοντά και μουσική, Ραχμάνινοφ που ξεπροβόδιζε τις άτακτες οσμές. Ο παράδεισος είχε μετακομίσει για μια στιγμή. Για όσο θα περίμενε κάτω απ’ το παράθυρο, για όσο η συνήθεια θα ξεχνιόταν κι αυτή μαζί του.

Δεν μπορούσε να φανταστεί την όψη της καλής κυρίας,  που ηγεμόνευε στην κουζίνα της. Του έφτανε όμως, που οι μισές του αισθήσεις αναπλήρωναν την έλλειψη της εικόνας. Γεμιστά ήταν σίγουρα.

Κάθε πρωί έκανε το ίδιο δρομολόγιο. Με τα πόδια ως τον σταθμό τού μετρό και μετά στο μικρό του… βασίλειο. Ένα μαγαζί με καλλυντικά στο κέντρο της πόλης. Κρατούσε σχεδόν πάντα στα χέρια του έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα, ταιριαστό με το καλοσιδερωμένο σακκάκι του και με το εξ’ ίσου καλοσιδερωμένο ύφος του. Πιο πολύ έμοιαζε με γιάπι ή καλοβαλμένο δικηγόρο, παρά με μαγαζάτορα. Εντούτοις απέπνεε αέρα μεγαλείου, που πάντα τον μοσχομύριζε με ακριβή κολώνια. Η δουλειά του ήταν άλλωστε. Θα ήθελε να είχε ίδια, ευωδιαστό όνομα, κάτι σαν Απόλλων, αλλά ατυχώς για τον ίδιο, η νονά του δεν είχε πάρει… μυρωδιά από τα γούστα του και τον είχε βαφτίσει Παναγιώτη. Δεν το άλλαξε παρ’ όλα αυτά σε “Πάνος”, γιατί το έβρισκε «νερουλό» και «λίγο».

Ο Παναγιώτης αγαπούσε την κλασική μουσική και αρκετά συχνά διέθετε το ένα του αυτί, στην απόλαυση ενός Ραχμάνινοφ ή ενός Στραβίνσκυ, που τους άκουγε στις μικρές του οδοιπορίες μέσω ενός ακουστικού, που έβγαινε από την αριστερή του τσέπη. Το άλλο ακουστικό συνήθως έχασκε έτσι, χωρίς ανταπόκριση, σαν αξεσουάρ της γραβάτας του. Το έτερο αυτί του όμως, το συνήθως ελεύθερο, εκείνη τη μέρα στην τακτική διέλευση από τον συγκεκριμένο δρόμο , συνέλαβε ότι και το… καπαρωμένο. “Ραχμάνινοφ” παρακαλώ, αλλά από κουζίνα, συνοδεία μυρωδιάς γεμιστών. Όλα στον ίδιο αέρα. Δεν ήταν δα και ό,τι πιο συνηθισμένο.

Ο Παναγιώτης δεν είχε φτιάξει ακόμα οικογένεια. Θα άρχιζε να το σκέφτεται – είχε ξεκαθαρίσει στις διάφορες κρούσεις που του γίνονταν – μετά τα σαράντα. Είχε λοιπόν περιθώριο, τουλάχιστον άλλα τρία-τέσσερα χρονάκια. Εντούτοις υπήρχαν κάτι τέτοιες στιγμές που ζήλευε ένα πιάτο καλομαγειρεμένο φαγητό, σερβιρισμένο μάλιστα σπίτι του και χωρίς επιθεωρητές σερβιτόρους πάνω από το κεφάλι του.

Η ιδέα ενός πιάτου με γεμιστά λοιπόν, συντροφιά με μια καλοβαλμένη νεαρή κυρία –έτσι ήθελε να τη φανταστεί- και των, για παράδειγμα, συμφωνικών χορών του αγαπημένου του  Ραχμάνινοφ, τον εκτόξευε στη στρατόσφαιρα. Μια πτήση εντελώς προσωπική. Εκείνης της στιγμής, αλλά και τής …επόμενης.

Δεν άντεξε στον πειρασμό και έκανε να κοιτάξει προς το μισάνοιχτο παράθυρο. Ήταν όμως αρκετά κοντά… και ο τοίχος απροσπέλαστο εμπόδιο στην θέαση του εσωτερικού τής κουζίνας. Δίστασε για μια στιγμή, αλλά αμέσως μετά, μια ακατανίκητη έλξη περιέργειας τον κατέκλυσε με περίσσεια.

Άρχισε να απομακρύνεται προς το απέναντι πεζοδρόμιο. Από εκεί που ο ορίζοντας του ματιού του θα μπορούσε να συμπεριλάβει την ποθητή εικόνα. Με ένα μικρό άγχος, μην και γίνει αντιληπτή η αδιάκριτη πρόθεση του, ανασήκωσε το βλέμμα του. Η πλάτη μιας φιγούρας ήταν το πρώτο εύρημα. Μαλλιά μαύρα πιασμένα πρόχειρα με κοκκαλάκι, προφανώς για μαγειρική με ασφάλεια. Δεν προσδιόριζαν καμία ηλικία. Οι κινήσεις της πάντως έδειχναν μετρημένες και μάλλον αργές. Σίγουρα δεν θα ήταν κάποια νευρική κυρία. Πώς θα ταίριαζε άλλωστε μια άλλη εικόνα με τη μουσική επένδυση της σύνολης εικόνας;

Ο Παναγιώτης κράτησε την αναπνοή του, αυτή που πριν λίγο είχε ρουφήξει όλες τις καλές μυρωδιές της ισόγειας κουζίνας και παρακάλεσε τον χρόνο του να κάνει το ίδιο, να περνούσε όσο έπρεπε αργά, μέχρι εκείνη να γυρίσει. Δεν ήθελε να μείνει για ώρα στην ίδια θέση εκτεθειμένος. Προσδοκούσε πως αυτό θα γινόταν σύντομα.

Έβγαλε από τη δεξιά του τσέπη το κινητό για …ξεκάρφωμα.  Έκανε πως διάβαζε ένα μήνυμα και μετά από λίγα δευτερόλεπτα το επανέφερε στη θέση του.

Το μάτι πάλι πίσω. Η πλάτη δεν είχε αλλάξει τρόπο να κοιτά. Την επόμενη στιγμή κοίταξε το ρολόι του. Πάλι με την άκρη του ματιού του, μην και του ξέφευγε η στιγμή που περίμενε. Η πλάτη στη θέση της. Ωραία τακτοποιούσε, ποιος ξέρει τι, ίσως και να έπλενε τα σκεύη που είχε ήδη χρησιμοποιήσει, άρα… μάλλον θα αγαπούσε την τάξη. Ωστόσο ήταν αρκετά μακριά για να ακούσει τον ήχο του τρεχούμενου νερού.  Ωραία που θα ήταν, σκέφτηκε  -κάνοντας άθελα του σύγκριση με τη δική του κουζίνα- … θα γυρνούσε ο καλός της και θα ήταν όλα τακτοποιημένα.

Εκτός κι αν τα θεσπέσια γεμιστά τα σερβίριζε στην τραπεζαρία. Θα υπήρχε άραγε τραπεζαρία; Θα υπήρχε άραγε κάποιος, που να τον περίμενε;

Ήταν πολύ νωρίς για να το διαπίστωνε. Ο ίδιος άνοιγε αργά το μαγαζί, αλλά εξίσου αργά θα ήταν και η επιστροφή του στο σπίτι. Πιθανόν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα να καθυστερούσε αρκετές ώρες για να δοθεί. Ύστερα για ποιο λόγο να έχει ετοιμάσει τόσο νωρίς το φαγητό; Εκτός κι αν η ίδια έπρεπε να πάει σε κάποια δουλειά. Η ώρα ήταν όμως αρκετά περασμένη. Τι είδους δουλειά θα μπορούσε να την περιμένει με τόση υπομονή;  Όπως και να χε, θα πρέπει να ήταν πολύ καλή μαγείρισσα. Η μυρωδιά των γεμιστών, μπορεί να μην περνούσε τον δρόμο απέναντι, αλλά είχε στοιχειώσει για τα καλά όλα τα οσφρητικά του κύτταρα.   Διαδραστικότερη κι από το ακριβότερο άρωμα του.

Θα περίμενε λίγο ακόμα. Πάντα με την κρυφή ελπίδα, η …ακριβή του μυρωδιά να αντιστοιχούσε στο κατάλληλο μπουκάλι. Τι καλά που θα ήταν, εκείνη η πλάτη να παρουσίαζε μιαν εξ ίσου ωραία κυρία στο αναπάντεχο γύρισμα της;

Θα άλλαζε τότε η γεύση των γεμιστών;  Σίγουρα θα γινόταν καλύτερη.

Άλλωστε γιατί να ξέρουν μόνο οι γιαγιάδες να φτιάχνουν ωραία φαγητά;

Ένα ρίγος τον διαπέρασε.  Αν ήταν γιαγιά η κυρία που φανταζόταν στην κουζίνα;  Μια γιαγιά, που ούτως ή άλλως σηκωνόταν νωρίς και είπε να φτιάξει πρωί το φαγητό για να προλάβει και τις άλλες δουλειές; Δεν θα έβλεπε όμως κάπως πιο λευκασμένα τα μαλλιά της;  Άσε που συνήθως οι γιαγιάδες σπάνια τα αφήνουν έτσι, χωρίς κάποια χαλαρή έστω κοτσίδα. Έτσι πίστευε τουλάχιστον, έχοντας το πρότυπο της δικής του γιαγιάς.

Τι κάνει όμως τόσην ώρα αυτή η πλάτη; Δε βαρέθηκε να κοιτάζει το παράθυρο; Γιατί η πλάτη της, το παράθυρο και όχι τα μάτια της, τα μάτια που έχουν ανάγκη τις εικόνες;

Εκείνη τη στιγμή που έκανε αυτές τις σκέψεις, ανάκατες και αγχωμένες, η … κυρία της κουζίνας έκανε μια κίνηση σαν να έψαχνε κάτι και την αμέσως επόμενη στιγμή φάνηκε να σκουπίζει τα χέρια της σε μια πετσέτα.

Μάλλον έφτανε η ποθητή στιγμή, σκέφτηκε ο Παναγιώτης. Κάτι έπλενε και λογικά θα το ολοκλήρωσε. Το βλέμμα του είχε κερώσει στην ίδια θέση, πιθανόν και η αναπνοή του.

«–Με συγχωρείτε κύριε, μήπως ξέρετε που είναι η οδός Αγαμέμνονος;» τον τρόμαξε μια ερώτηση κάποιου βροντόφωνου κυρίου, που προφανώς θα έψαχνε κάποιαν Αγαμέμνονος και δεν θα την έβρισκε. Αυτό ήταν. Η ξαφνική φωνή του απέσπασε στιγμιαία την προσήλωση. Ίσα για λίγα δευτερόλεπτα.

«–Όχι δε τη γνωρίζω», βιάστηκε να απαντήσει στον κύριο που τόλμησε να ρωτήσει. Μετά ξαναγύρισε το βλέμμα του προς την κουζίνα που είχε αφήσει.

Η πλάτη είχε φύγει. Προφανώς για κάποιο άλλο δωμάτιο. Απογοητευμένος γύρισε το βλέμμα του αλλού και το επανέφερε ξανά πίσω στην αρχική εικόνα, μήπως και συγκρατούσε υφάδια της από τα πριν. Μήπως και την επανέφερε πίσω στο προσκήνιο τής θέασης του.

Η εικόνα είχε δραπετεύσει. Αποφάσισε ότι δεν ήταν γραφτό του να μάθαινε.

Ίσως κάποιαν επόμενη φορά.

Τουλάχιστον είχε αποφασίσει ποιο πιάτο θα παρήγγελνε μετά από λίγες ώρες για το γεύμα του. Αφού τα «γεμιστά» εκείνης της μέρας δεν ήταν απλά ένα φαγητό.

 

 

Φωτογραφία: https://www.flickr.com/photos/avlxyz/3880656717/in/photostream/

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Μάνος Μαυρομουστακάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960.

Απόφοιτος της Μαθηματικής Σχολής του Παν/μίου Ιωαννίνων

Μαθήτευσε στη Φιλοσοφική Αθηνών στο τμήμα «Ιστορία Τέχνης»

Πρόσφατα εξέδωσε

Τις ποιητικές συλλογές «Οδοιπόρες λέξεις», «190+1 χάικου», και «Ασύμμετρες Αναπνοές» εκδ. Γαβριηλίδης

και το θεατρικό έργο «Η Παράσταση»   εκδ. Δωδώνη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Γεμιστά

ένα διήγημα του Μάνου Μαυρομουστακάκη. Από το υπερυψωμένο παράθυρο του ισογείου, μυρωδιές πηδούσαν προς τα έξω, καλοδεχούμενες από τα πεινασμένα