Guest

Φρίξος φρίττει

 

Με άλλα λόγια, στην αρχή οι δικαιολογίες είχαν ως αποδέκτη τους άλλους, συν τω χρόνω όμως, πρώτα και κύρια τον εαυτό του. Είχε μια φυσικότητα πάντως στα όσα … ξεφούρνιζε, έτσι που να μοιάζουν αληθινά, κάτι που δεν ήταν και τόσο δύσκολο, αφού φρόντιζε να είναι πρώτος αυτός, που θα τα πίστευε. Έτσι μπέρδευε τις αλήθειες με τα ψέματα και τα είχε όλα για αλήθειες.

Ο Φρίξος –όνομα δανεισμένο από τη μυθολογία- ήταν ένας ευτραφέστατος κύριος, με μια κοιλιά που έδειχνε ως συμπερίληψη τού όλου, αυτού που αποκαλείται σωματότυπος. Στις παιδικές του φωτογραφίες ήταν ήδη ένα στρουμπουλό παιδάκι, αλλά στις μετέπειτα, πληθωρίστηκε μαζί με τα χρόνια του. Έτσι έφθασε στα τριάντα του να κατέχει επαξίως και χωρίς υποσημειώσεις τον τίτλο του υπέρβαρου.

pos-peiraiwsΟ ίδιος αυτοσυστηνόταν πάντως, ως απλά πληθωρικός. Οι φίλοι του ήταν κάτι παλιοί συμμαθητές, με τους οποίους κρατούσε επαφή αδιαλείπτως μέχρι τούδε και αυτό χάρις στο επικοινωνιακό του ταλέντο γενικώς, … και στην κατάχρηση επαίνων που τους απηύθυνε ειδικώς. Βέβαια εν τη απουσία τους, παρεξέκλινε της βασικής του αρχής και τους στόλιζε με εφευρεμένα κουσούρια, στην έγνοια του να κρατά τις ιστορίες του με το ζουμί τους. Δεν ήταν παράξενο οπότε, που πολλές φορές ξεχνούσε τα προηγούμενα … κατορθώματα του και τους ξαναστόλιζε με άλλα, πιο ανθισμένα λόγια. Οι φίλοι του, τόσα χρόνια εκπαιδευμένοι, κάπου τον είχαν συνηθίσει, αν δε διασκέδαζαν κιόλας με το χούι του και πολλές φορές τον παρότρυναν να συνεχίσει τις επινοημένες ιστορίες του. Ο Φρίξος που δεν του έλειπε η ευφυία, δεν τους χαλούσε το χατίρι και συνέχιζε απτόητος, παρ’ ότι καταλάβαινε το δήθεν ενδιαφέρον τους. Μάλιστα έδειχνε το όλο σκηνικό να το απολαμβάνει πολύ περισσότερο από εκείνους, αφού ένιωθε ως να έδινε μιά εξαίσια θεατρική παράσταση. Σαν συνέπεια όλων αυτών, είχε προικιστεί με το ειρωνικό «έτσι είναι, αφού το είπε και ο Φρίξος», που το χρησιμοποιούσε και ο ίδιος αυτοσαρκαζόμενος, πολλές φορές ως επωδό των όσων έλεγε.

Πάντως σε αντιδιαστολή με τη προβληματική σύνολη εικόνα του, είχε και «σχέση» -τη Σβετλάνα- μια εικοσιπεντάχρονη Βουλγάρα, που χρόνια πριν, παιδί ακόμα, είχε έρθει και στεριώσει στην Ελλάδα. Θεριό κι εκείνη και αυτό το Σβετλάνα, αν σας θυμίζει κάτι από σφαιροβόλο, καλώς κάνει και σας το θυμίζει. Οι δυο μαζί λοιπόν είχαν συνάψει σύμφωνο ελληνοβουλγαρικής φιλίας, που είχε μετεξελιχθεί σε ερωτικό, με ρήτρα αθέτησής του τα … λίπη τους.

Ο Φρίξος τη λάτρευε και για έναν επιπλέον λόγο –πέρα του σωματότυπού της δηλαδή- ίσως και σπουδαιότερο κάθε άλλου. Είχε βρει έναν φανατικό ακροατή για κάθε απίθανη ιστορία που ξεφούρνιζε. Είναι γεγονός πάντως, ότι ποτέ δεν τον είχε αντικρούσει και πάντα έδειχνε να τον θαυμάζει για την αφηγηματική του επάρκεια. Ίσως να αντλούσε αυτή την ευελιξία στην αντιμετώπιση τού άλλου φύλου από μια εσώτερη γνώση –γενεές επεξεργασμένη- , ίσως πάλι αυτός να ήταν και ο ασφαλέστερος τρόπος της για να τον «υιοθετήσει».

Τον αγαπούσε με την πολυπλοκότητα τού έρωτα, που εμείς επιφανειακά του προσδίδουμε μονάχα τα προφανή εικονοκλαστικά του. Έτσι κυλούσε ο καιρός με τα φιλιά και τα χάδια να καλύπτουν και τις εσώτερες λιβιδικές ανάγκες τους, μαζί με τις άλλες που είχε σκαρφιστεί η φύση για να αναπαράγεται.

Ο Φρίξος όμως, εκτός από τακτοποιημένη σχέση είχε και τακτοποιημένη δουλειά. Ήταν δικηγόρος με γραφείο έτοιμο παρακαλώ, συστεγαζόμενο με δύο ακόμη συναδέλφους του, στο κέντρο τής πόλης. Δεν έγινε τυχαία δικηγόρος, αφού ακολούθησε τα χνάρια τού πατέρα του, που τον πίεζε να συνεχίσει την δική του καριέρα, τώρα που αυτός θα αποσυρόταν.

Για άλλα όμως πόθαγε η ψυχή του, που έλεγε ο Καβάφης, για άλλα ήταν φτιαγμένος. Είχε όνειρο να γίνει συγγραφέας –με προτίμηση στα αστυνομικά μυθιστορήματα- αλλά ατυχώς για τον ίδιο, η πλούσια φαντασία του δεν αποτυπωνόταν ούτε με ψιχίο χάρης στο χαρτί. Έτσι του έμενε ο λόγος που εκστομίζεται, με όλες τις μυθοπλασίες που εκχωρούσε ευχαρίστως ο εγκέφαλος του.

Η Σβετλάνα αντιθέτως ήταν άνεργη. Της άρεσε η κομμωτική, αλλά με τα κιλά που είχε, θα ήταν αδόκιμη και η ιδέα τής ορθοστασίας, πολλώ δε μάλλον και η εφαρμογή της. Έτσι μοιραζόταν μόνο τον έρωτα της με τον Φρίξο και καθόλου τα έξοδα της φωλιάς τους, που σημειωτέον ήταν με νοίκι.

Η ευφυΐα τού Φρίξου –εδώ ελέγχεται πάντως- έκανε τα στραβά μάτια σ’ αυτή τη λεπτομέρεια και αρκέστηκε σε ένα από εκείνα τα παραμυθητικά που έλεγε στον εαυτό του, ότι «έτσι είναι η ζωή, ό,τι κληρώσει στον καθένα».

Ποιά κλήρωση όμως, που εδώ είχαμε τον ορισμό τού “σικέ”, αφού υπήρχε μόνο ένας λαχνός κι αυτός με το όνομα Σβετλάνα. Αυτός ο λαχνός λοιπόν, κάποια στιγμή φαίνεται ότι έδωσε κέρδη και σε άλλον … τυχερό.

Ήταν μια ασυνήθης επιστροφή τού Φρίξου στο σπίτι του, πρωϊνό που θυμήθηκε ότι το πορτοφόλι του είχε ξεμείνει στο σακκάκι που άλλαξε. Ήταν και η ταυτότητα του μέσα, που κρίθηκε απαραίτητη για τις τραπεζικές συναλλαγές του. Είχε κλειδί και πολύ άγχος, που τα διατήρησε και μετά, που εισέβαλε στο σαλόνι. Αυτό όμως που κυρίως κράτησε εκείνη την στιγμή, δεν ήταν άλλο από κάτι βογγητά ζώου από την κρεββατοκάμαρα του. Πλησίασε αθόρυβα και τότε βρέθηκε μάρτυς αποτρόπαιου θεάματος. Το παχύσαρκο κορίτσι του βρισκόταν ανάσκελα, γυμνό, να διαθέτει τα στρέμματα της σάρκας του σε κάποιον μαντράχαλο, που βογγούσε πλάι της σαν βουλγάρικος αγριόχοιρος.

Ο Φρίξος έφριξε. Ξέχασε τον λόγο τής επίσκεψης στο σπίτι του και οπισθοχώρησε σαν υπνωτισμένος. Στη ζωώδη συνεύρεση, ουδόλως είχε γίνει αντιληπτή η αφεντιά του. Μάλιστα όταν έκλεισε με προσοχή τη πόρτα, το μόνο που θα δήλωνε την εκεί παρουσία του, ήταν κάτι χοντρές σταγόνες ιδρώτα, που τις άφησε στο πάτωμα, αλλά και έξω στον διάδρομο, ακόμα και στην είσοδο τής πολυκατοικίας. Έτσι, ως να σημάδευε τον παραβιασμένο χώρο του.

Δεν επέστρεψε στη δουλειά του εκείνη τη μέρα. Πήρε το αμάξι του με σκοπό να τραβήξει προς Σούνιο μεριά, να αναπνεύσει λίγο απ΄τον αέρα, που του είχε στερήσει η προηγηθείσα εικόνα. Δεν είχε κουράγιο για την παραμικρή σκέψη, πόσο μάλλον για τις υποθέσεις στο γραφείο του, που τις άφησε στην αναμονή. Όταν έβαλε μπρος τη μηχανή ούτε ο ίδιος κατάλαβε πότε έφθασε στον … Μαραθώνα. Διατελούσε σε τέτοια σύγχυση, που αγνόησε προκλητικά όλες τις προειδοποιήσεις που προηγήθηκαν με ονόματα, όπως Παλλήνη, Πικέρμι, Ραφήνα. Κάποια στιγμή ωστόσο το συνειδητοποίησε. Παρκάρισε σε μιαν άκρη τού δρόμου και άρχισε σιγά σιγά να συνέρχεται σαν να ξυπνούσε από όνειρο. Με την ίδια ταχύτητα άρχισαν να ενεργοποιούνται και τα υπαρξιακά του, μαζί και τα παραμυθητικά του αποκούμπια. Στη στιγμή μεταμορφώθηκε, ηθοποιός σε ρόλο πληγωμένου θηρίου και άρχισε να φωνάζει δυνατά, πιο πολύ για να το ακούει ο ίδιος.

«Σιγά και τι έγινε. Σάμπως ήμασταν και παντρεμένοι;».

Το επανέλαβε πολλές φορές και όταν άρχισε να νιώθει κάπως καλύτερα άρχισε να ανεβάζει το αποτρόπαιο βίντεο τής συνεύρεσης στον εγκέφαλο του. Ήταν λοιπόν εκείνο το απεχθές παχύσαρκο πλάσμα, αυτό που αντίκρισε στη κρεβατοκάμαρα, που τον είχε σαγηνέψει; Πώς μπορούσε να συμβαίνει αυτό;

Αυτές οι σκέψεις οι πικρές, τού έφεραν μιαν επείγουσα επιθυμία. Έψαξε και βρήκε ζαχαροπλαστείο να τού γλυκάνει λίγο τις στιγμές. Δύο γαλακτομπούρεκα μετά, όλα έμοιαζαν να επανέρχονται στη συνηθισμένη τους κατάσταση. Επόμενη κίνηση να κοιτάξει το ρολόι του. Υπολόγισε ότι είχε περάσει αρκετή ώρα, τουλάχιστον όση χρειαζόταν για να έχει ξεκουμπιστεί ο αγριόχοιρος από το σπίτι του. Έβαλε μπρος τη μηχανή τού αυτοκινήτου του και με αποφασιστικότητα κίνησε τον δρόμο τής επιστροφής.

Όταν έφθασε, τα πράγματα έδειχναν να κινούνται στους συνηθισμένους τους ρυθμούς. Η Σβετλάνα μεσ’ στην καλή χαρά, όταν τον είδε, ανυποψίαστη για την παράσταση που του είχε χαρίσει, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο στόμα. Ήταν για κείνον το πιο αηδιαστικό φιλί που του είχε δώσει ποτέ, τόσο που του ήρθε αναγούλα.

Αποτραβήχτηκε και όταν τη ρώτησε πως ήταν η μέρα της, συνειδητοποίησε ότι τα παραμύθια που εκείνος τής έλεγε, ωχριούσαν μπροστά στα δικά της.

Τώρα σαν κάποιος που σέβεται τον εαυτό του, θα έπρεπε να σκεφτεί μια ταχύτητα παραπάνω. Στην αναβαθμισμένη πρόκληση μιας καινούργιας μετα-Σβετλάνα εποχής, ο Φρίξος θα έπρεπε να επαναφωτίσει ό,τι εκείνη του σκίασε.

 

(Σβετ=φως, Σβετλάνα=Φωτεινή)



Για περισσότερα ποιήματα και διηγήματα του Μάνου Μαυρομουστακάκη στο apopseis πατήστε εδώ και για να παραγγείλετε ένα από τα βιβλία του πατήστε εδώ!


Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Μάνος Μαυρομουστακάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960.

Απόφοιτος της Μαθηματικής Σχολής του Παν/μίου Ιωαννίνων

Μαθήτευσε στη Φιλοσοφική Αθηνών στο τμήμα «Ιστορία Τέχνης»

Πρόσφατα εξέδωσε

Τη συλλογή διηγημάτων «Με τα μικρά τους ονόματα» εκδ. Γαβριηλίδης

Τις ποιητικές συλλογές «Τα χαϊκού της Παρασκευής», «Οδοιπόρες λέξεις», «190+1 χάικου», και «Ασύμμετρες Αναπνοές» εκδ. Γαβριηλίδης και «Θεάσεις», εκδ. Βακχικόν

και το θεατρικό έργο «Η Παράσταση»   εκδ. Δωδώνη

τα οποία μπορείτε να βρείτε εύκολα στα περισσότερα βιβλιοπωλεία, αλλά και μαζί με τον ίδιο στο Σύνταγμα, Βουλής 14

Φρίξος φρίττει

ένα διήγημα από τον Μάνο Μαυρομουστακάκη.

Παθολογικός ψεύτης, ξεκίνησε να εξασκεί το χούι του παιδιόθεν, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τις πρώτες σκανταλιές του και αργότερα το εξέλιξε, στην αγωνία του να πραγματώνει όνειρα, που δυστυχώς του σάπιζαν άγουρα.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο