Guest

Εκείνη & Εκείνος για τους Έλληνες και αυτή την πατρίδα

Εκείνη

Πριν λίγες μέρες διάβασα μια συνέντευξη, λίγες μέρες αργότερα διάβασα (διαδίκτυο πάντα) μια είδηση που συνοδευόταν κι από προσωπικό σχολιασμό. Την καθαρή Δευτέρα είχαμε πάει στο σκοπευτήριο της Καισαριανής (πρώτη φορά). Και τα θυμάμαι σήμερα όλα αυτά γιατί όλα αυτά μαζεύονται το ένα πάνω στο άλλο και γίνονται σωρός κι αυτός ο σωρός έχει φτάσει πια πολύ ψηλά για να κάνω πως δεν τον βλέπω.

Η συνέντευξη ήταν της κυρίας Μαρίας Ευθυμίου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου διδάσκει «Παγκόσμια Ιστορία» και «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού».

« Οι Έλληνες μισούν την πατρίδα τους», είπε.

Και οι νέοι ίσως τελικά δεν είναι αδικημένοι καθόλου. Μεγάλωσαν κι έζησαν πάρα πολύ καλά. Κι όμως οι ίδιοι αυτοί νέοι έχουν κάνει τον βανδαλισμό εθνικό σπορ. Παντού υπάρχει ο βανδαλισμός αλλά εδώ το έχουμε τερματίσει. Μουντζουρώνουν τα πανεπιστήμια, σπάνε τα παγκάκια, μπαίνουν στις αυλές των σχολείων και σπάνε μπουκάλια και γεμίζουν το χώρο που το επόμενο πρωί θα πρέπει να περπατήσουν και να παίξουν νήπια με σπασμένα γυαλιά και κομμένα τενεκεδάκια και αποτσίγαρα. Καταστρέφουν τα μνημεία, τις παιδικές χαρές και τα πάρκα και τα γήπεδα και πετάνε τους κάδους σκουπιδιών και τους αδειάζουν και μετά τους σπάνε κι αυτούς. Χιλιάδες νέοι έχουν ως σπορ να καταστρέφουν αυτή την χώρα. Και την καταστρέφουν συστηματικά.

«Δεν τολμάει να βάλει ένας δήμος ένα παγκάκι και την άλλη ώρα είναι σπασμένο. Και όλα αυτά είναι από τους νέους που βγαίνουν από τα σχολεία και κακοπερνούν και θεωρούν αυτονόητο να καταστρέψουν ένα παγκάκι και ότι είναι μέσα στα δικαιώματά τους.»

budget-banners-gif-1Κι ύστερα ένας καθηγητής είπε το αυτονόητο σε κάποιους φοιτητές που έγραφαν με σπρέι στους τοίχους ενός πανεπιστημίου: «Μην το κάνετε αυτό, αμαρτία είναι. Ο τοίχος είναι και δικός μου και δικός σας και όλων μας.» Και το αποτέλεσμα ήταν να μπουκάρει μια ολόκληρη ομάδα στην αίθουσα και να τον κάνουν τόπι στο ξύλο.

Κι όμως, αυτή η είδηση που ανέβηκε στο διαδίκτυο, είχε ακριβώς την αντίδραση που περίμενα: Δεκάδες υβριστικά σχόλια προς τον καθηγητή, ποιος είναι, τι κάνει, τι πιστεύει, και πολύ καλά του κάνανε και κανείς δεν είπε μια λέξη για τον τοίχο. Και μετά άρχισαν όλοι αυτοί οι Τσε Γκεβάρα των καναπέδων να μαλώνουν μεταξύ τους και να βρίζονται και η κουβέντα ξέφυγε από τον μουντζουρωμένο τοίχο και τον τραυματισμένο καθηγητή και από την εκπαίδευση και την παιδεία και από όλα, κι έμειναν μόνο αυτοί οι τύποι να συνεχίζουν για ώρες να βρίζονται και να επιτίθενται ο ένας στον άλλο.

Και θυμήθηκα το Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Καθαρή Δευτέρα και ψιχάλα και οικογένειες με μικρά παιδάκια να τρέχουν πέρα δώθε. Γεμάτο σκατά από σκύλους και σπασμένα νεόφυτα δεντράκια και κομμένα τα λάστιχα του αυτόματου ποτίσματος και γκράφιτι παντού. Μάλλον, όχι γράφιτι. Μουντζούρες. Από αυτές τις ηλίθιες μουντζούρες που μοιάζουν με τζίφρα αναλφάβητου, ίσα για να πει ότι εδώ είμαι κι εγώ, ο μεγάλος μαλάκας που ήρθα για να σας τη σπάσω και να μην αφήσω τίποτα όμορφο. Γυρίσαμε πίσω χωρίς να πετάξουμε χαρταετό.

Με ενοχλεί που ο κόσμος συνεχίζει να κάνει τη βόλτα του στο Σκοπευτήριο και να πηγαίνει τα παιδιά του να παίξουν σα να είναι όλα μια χαρά. Θα μου πείτε και πού να πάνε αλλού; Αυτό έχουν. Η διαδρομή από την Ταταούλων και μέσα μέχρι τα θέατρα Βράχων, είναι πανέμορφη. Γεμάτη πράσινο. Για αυτούς που ζούνε κοντά είναι τεράστιο προνόμιο μια μικρή διαδρομή που μοιάζει σα να βρίσκεσαι στην εξοχή. Κι ανεβαίνεις ψηλά και βλέπεις και ηρεμείς. Έχει και το μαγαζάκι του (κλειστό) και τα γήπεδα (δεν ξέρω τι λειτουργεί) και το γυμναστήριο (ούτε αυτό ξέρω αν λειτουργεί) και μια αλάνα μονίμως πλημμυρισμένη και ένα μικροσκοπικό παρκάκι. Η βρώμα και το σκατό και το κωλόχαρτο και το σκουπίδι, από προφυλακτικό μέχρι ρούχο και παπούτσι και γυαλί, είναι αδιανόητη. Όχι βόλτα δεν ευχαριστιέσαι, αλλά σιχαίνεσαι να περάσεις. Σιχαίνεσαι. Βασικά περπατάς ακριβώς στη μέση του δρόμου και δεν κοιτάς αριστερά και δεξιά. Κάπως έτσι.

Είτε το λένε Σκοπευτήριο, είτε Θέατρα Βράχων, είτε Άλσος Τάδε, είτε παραλία, είτε πάρκο, είτε πλατεία δεν είναι εκεί το θέμα. Μισούν την Ελλάδα κι αυτή που την καταστρέφουν, αλλά τη μισούν κι αυτοί που δεν ιδρώνει το αυτί τους και συνεχίζουν τη ρουτίνα τους μέσα στις κατουρημένες στάσεις, μέσα στα σκατά των πάρκων, μέσα στα σπασμένα μπουκάλια των νηπιαγωγείων, ανάμεσα στα μουντζουρωμένα παράθυρα/ντουβάρια του σπιτιού τους, του σχολείου τους, του μνημείου της περιοχής τους.

Δεν ξέρω αν μισώ την Ελλάδα. Δε μου δίνει πια και κανέναν λόγο να την αγαπώ. Αλλά το να σπάσω και να καταστρέψω κάτι που δε μου ανήκει, νομίζω ξεφεύγει από την αγάπη ή το μίσος, τον τόπο και το χρόνο. Αν δεν τη μισώ αυτή τη στιγμή, την έχω μισήσει. Θα τη μισήσω σε λίγο. Και πάλι δεν έχει σχέση. Το να σπάσω το παγκάκι στο οποίο θα πρέπει εγώ να κάτσω όση ώρα παίζουν τα παιδιά ή περιμένω το λεωφορείο, και μετά να αφήσω το σκύλο μου να χέσει και να τα παρατήσω, εκεί ακριβώς που εγώ την επόμενη θα πάω τα παιδιά μου να παίξουν, ή να μουντζουρώσω τον τοίχο του σχολείου ή να πετάξω σκουπίδια στην αυλή του σχολείου, ή να χέσω στο παρτέρι του δήμου και να παρατήσω και το κωλόσχαρτό μου εκεί (πάλι καλά που σκουπίστηκες, θα πείτε τώρα)  ή το ένα ή το άλλο που εγώ και ο κάθε εγώ θα κάτσω, θα δω, θα περάσω, θα έχω, θα δώσω την επόμενη, είναι αυτοκαταστροφισμός και μάλλον μίσος προς εαυτόν, παρά προς την Ελλάδα. Λέω εγώ τώρα.

& Εκείνος

Πρέπει να ήταν αρχές του ’80 και επέστρεφα Ελλάδα με το τραίνο. Είμαστε μέσα στη Γιουγκοσλαβία – τότε ήταν ακόμα Γιουγκοσλαβία – και κοντεύουμε στα ελληνικά σύνορα. Στη καμπίνα μαζί μου είναι ένα ζευγάρι Ελλήνων από τη Γερμάνια με ένα πεντάχρονο αγοράκι που έρχονται για διακοπές στο γιαγιά και τον παππού. Το αγοράκι κρεμασμένο στο παράθυρο και κάθε τόσο: «μανούλα δες τα προβατάκια, μανούλα κοίτα την αγελάδα, μανούλα δες τα σπιτάκια, μανούλα μας χαιρετάνε.» Σκασμό δεν είχε αλλά …έτσι είναι τα παιδιά, μουρμούρισα στον εαυτό μου και επειδή είχα βαρεθεί κι εγώ, άρχισα να μπαίνω στο παιχνίδι, να μια αγελάδα, να ένα προβατάκι. Και μετά περάσαμε τα ελληνικά σύνορα. Έγινε ο έλεγχος των διαβατήριων, πέρασε και το τελωνείο και έτοιμοι πια να μπούμε Ελλάδα. Ο μικρός κολλημένος πάλι στο παράθυρο κι εκεί που περίμενα να δει πάλι αγελάδες και προβατάκια, made in Greece αυτή τη φορά, ο μικρός πετάγεται ενθουσιασμένος και λέει: «φτάσαμε στο σπίτι μας», και δείχνει έξω από το παράθυρο ένα σπίτι μισοχτισμένο, στα μπετά, με γυμνές κολόνες, σίδερα να προεξέχουν και μια τεράστια κακογραμμένη επιγραφή με κόκκινο σπρέι σε ένα από τους χτισμένους τοίχους με ποδοσφαιρικό σύνθημα.

Ώστε στο μυαλό του εξάχρονου που δεν ζούσε στην Ελλάδα, αυτό ήταν αποτυπωμένο για την πατρίδα των γονιών του και τη δική του; Μισοφτιαγμένα κτίρια και κακογραμμένα ποδοσφαιρικά συνθήματα στους τοίχους; Όχι αγελάδες και προβατάκια ή χαρούμενους ανθρώπους να το χαιρετάνε;

Μια εικοσαετία αργότερα και στην χρυσή περίοδο της ελληνικής μπλογκόσφαιρας βρέθηκα στο κέντρο μιας μεγάλης συζήτησης με θέμα …τις πυρκαγιές. Με αφορμή λοιπόν τις πυρκαγιές και το γεγονός ότι οι περισσότερες είναι αποτέλεσμα εμπρησμών ή αμέλειας συνέκρινα τους Φινλανδούς με τους Έλληνες. Τους συγχρόνους Φινλανδούς με τους σύγχρονους Έλληνες, με αποτέλεσμα να …στεναχωρήσω πολύ κόσμο μιλώντας για τους χθεσινούς βάρβαρους θετικά.

Οι Φινλανδοί έχουν τα μύρια λάθη και εγώ είμαι ο πρώτος που τα επισημαίνω αλλά, αλλά για τους Φινλανδούς η πατρίδα τους δεν είναι κάτι άοσμο, άχρωμο και άγευστο γεμάτο από λαμπρές σελίδες του παρελθόντος. Ακόμα και αυτής της εκατοντάχρονης. Για τους Φινλανδούς η Φινλανδία είναι τα δάση της και οι λίμνες της, είναι τα πάρκα και τα νεοκλασικά κτίρια στις πόλεις, είναι οι δρόμοι και οι στέπες στην Λαπωνία. Για τον Φινλανδό η πατρίδα του είναι τα πάντα γύρω του με αυτόν συμπεριλαμβανόμενο. Και τα φροντίζει συνέχεια. Ο Φινλανδός δεν θα βάλει φωτιά στο δάσος από συμφέρων ή από βλακεία γιατί νιώθει ότι αν το κάνει θα έχει βάλλει φωτιά στο σπίτι του. Δεν θα βρωμίσει τον δρόμο και το κτίριο γιατί είναι το σπίτι του. Όλα όσα τον περιβάλλουν είναι αυτός. Ο μέσος Φινλανδός έχει συνείδηση ότι πατρίδα του είναι ο ίδιος και όλα όσα, έμψυχα και άψυχα, την αποτελούν. Ο μέσος Φινλανδός δεν κάνει ανακύκλωση γιατί έτσι του είπαν ή γιατί έτσι αόριστα είναι καλό για το περιβάλλον, κάνει ανακύκλωση γιατί κάνει καλό στη πατρίδα του.

Έτυχε την ημέρα που κυκλοφόρησε η συνέντευξη της Μαρίας Ευθυμίου να την διαβάσω κι εγώ. Και ναι, δυστυχώς οι Έλληνες, όσο τουλάχιστον θυμάμαι εγώ τον εαυτό μου, μισούσαν και μισούν την Ελλάδα. Της συμπεριφέρονται σαν κάτι ξένο προς αυτούς, σαν την θεία που είναι υποχρεωμένοι να φιλήσουν σε γάμους και βαφτίσια και στα ενδιάμεσα την αγαπούν μόνο όταν τους χαρτζιλικώνει. Και ξέρετε ποιοι είναι οι χειρότεροι από όλους; Αυτοί που διατυμπανίζουν σε κάθε ευκαιρία πόσο αγαπούν την Ελλάδα. Και το γράφουν ανορθόγραφα σε τοίχους ακόμα και αρχαιολογικών ευρημάτων.

Έτσι για να κλείσω να σας πω μια ακόμα σκηνή από την τελευταία μου επίσκεψη στην Ελλάδα. Περπατάω βράδυ στο Παγκράτι και προσγειώνεται λίγα μέτρα μπροστά μου και σχετικά μακριά από τον κάδο των σκουπιδιών που υπάρχει εκεί, σακούλα σουπερμάρκετ με σκουπίδια που ήταν κυρίως τρόφιμα και φυσικά μετά την πτώση από τόσους ορόφους, διαλύεται σκορπίζοντας τα πάντα στο δρόμο. Φαντάζομαι ο ίδιος ακριβώς θα βάλει σημαία στο μπαλκόνι τους σε λίγες μέρες και θα διαμαρτυρηθεί για τους ξένους που …βρωμίζουν την πατρίδα του!

Ο μέσος Έλληνας δεν νιώθει την Ελλάδα κομμάτι του και ότι ο ίδιος είναι κομμάτι της. Δεν νιώθει ότι το κάθε κτίριο, ο κάθε δρόμος, το κάθε δεντράκι είναι δικό του. Όλα αυτά τα βλέπει σαν κάτι άοσμο και αυλό που είναι εκεί για να τον υπηρετεί όταν φωνάζει …this is Sparta και ενίοτε να εξυπηρετεί και τις διάφορες αρπαχτές του. Αυτό από μόνο του, το γεγονός ότι ο Έλληνας χρησιμοποιεί την πατρίδα του με πολλούς τρόπους για να κάνει αρπαχτές ικανοποιώντας το προσωπικό του συμφέρον είναι η μεγαλύτερη απόδειξη του πόσο πολύ την μισεί αυτή τη χώρα. Θα μου μείνει αξέχαστο κάτι που είχε πει κάποιος πριν από πάνω από τριάντα χρόνια. Στην Ελλάδα υπάρχουν δέκα εκατομμύρια Έλληνες και κανένας φιλέλληνας.



Αν θέλετε να διαβάσετε το «Δέντρο της προσφυγιάς», ένα βιβλίο των Κατερίνας Χαρίση, Gordana Mudri,  Σία Πέρρου και Νατάσα Τσιτσιριδάκη πατήστε εδώ!


Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Εκείνη & εκείνος

Εκείνη, η Κατερίνα Χαρίση, είναι στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας της, συγγραφέας πολυγραφότατη από τρέλα και πάθος, σύζυγος και μαμά δυο υπέροχων γιων.

Εκείνος, ο Θάνος Καλαμίδας, είναι στην πέμπτη δεκαετία του για τα καλά και γνωστός γκρινιάρης.

Εκείνη στην Ελλάδα κι εκείνος 3.500 χιλιόμετρα μακριά. Εκείνη εννιά μήνες ήλιο, εκείνος εννιά μήνες σκοτάδι, εκείνη παραλία εκείνος χιόνι. Και οι δυο θα σας κρατάνε συντροφιά μια φορά την εβδομάδα με ένα θέμα που θα γκρινιάζουν, θα διαφωνούν και μερικές φορές ακόμα και θα συμφωνούν, όλα αυτά με τίτλο: Εκείνη & Εκείνος.

Εκείνη & Εκείνος για τους Έλληνες και αυτή την πατρίδα

γράφουν η Κατερίνα Χαρίση και ο Θάνος Καλαμίδας.

Εμπνευσμένοι από μια συνέντευξη, Εκείνη & Εκείνος μιλούν για την Ελλάδα και τους Έλληνες, για σχέσεις αγάπης και μίσους.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο