Guest

Εκείνη & Εκείνος, φύλλα φθινοπωρινά


Εκείνη

Όταν σκέφτομαι εποχές, σκέφτομαι φθινόπωρο. Όταν σκέφτομαι το φθινόπωρο, είναι η εποχή που αγαπώ. Μα το φθινόπωρο που αγαπώ δεν υπάρχει πια. Ήταν φθινόπωρο στο Ελσίνκι, περπατώντας σε μια ατέλειωτη κουβέρτα από πολύχρωμα φύλλα που μου έφταναν ως το γόνατο. Ήταν αποδημητικά πουλιά, στην παγωμένη θάλασσα. Ήταν φθινόπωρο στη Σκόπελο, με μια θάλασσα που γινόταν μαβιά κι έναν ουρανό μολυβένιο. Με ένα νησί που έριχνε τους ρυθμούς του μέρα με τη μέρα, σβήνοντας τα φώτα του. Ήταν και φθινόπωρο στο Πήλιο, με κρύες ριπές αέρα, ξερόκλαδα και κουκουνάρια στα βάζα και κάτι βροχές με βαριές σταγόνες ασημιές.

 300gifΌταν σκέφτομαι εποχές, σκέφτομαι καλοκαίρια, κι όταν τα σκέφτομαι είναι η εποχή που αγαπώ. Μα τα καλοκαίρια που αγαπώ δεν υπάρχουν πια. Ήταν καλοκαίρια με τη θάλασσα δίπλα, καθαρή και διάφανη, ήταν διακοπές και βότσαλα και λαδωμένα βίπερ και ξασπρισμένο αλάτι στο δέρμα, ήταν βραδιές στο La Costa και το Allegria με Iggy Pop και Toto.

Σκέφτομαι εποχές κι αγαπώ τους χειμώνες, μα ούτε οι χειμώνες που αγαπώ υπάρχουν πια. Κάποτε ήταν Χριστούγεννα με φωτιά κι έξω ένα χιόνι φωτεινό, ήταν κάστανα, ήταν κούμαρα, ήταν ζεστές σούπες με το λίπος να παγώνει γύρω από το πιάτο, κι ήταν κυνήγι με δαμάσκηνα σα μέλι.

Κι ύστερα ήταν μια άνοιξη, που μάζευα σαλέπι, μαδούσα τις αγριοτριανταφυλλιές και μύριζε το σπίτι φρεσκοκομμένο χαμομήλι.

Κάθε εποχή που σκέφτομαι την αγαπώ περισσότερο από τις άλλες. Καμία δεν έχω πια. Είναι όλες κρυμμένες μαζί με μένα μες το μυαλό μου. Τώρα έχουν μείνει απομεινάρια εποχών, απομιμήσεις φτηνές και βιτρίνες με πράγματα που είτε δεν μπορώ να αγοράσω, είτε μπορώ αλλά μου είναι άχρηστα. Τι να το κάνω το δερμάτινο παλτό; Σε ποιο χειμώνα να το φορέσω, σε ποιο κρύο; Δε θέλω βαμβάκι αντί για χιόνι στα δέντρα μου, ούτε μπάλες πλαστικές αντί για ξύλα κανέλας και αποξηραμένες φέτες πορτοκαλιού. Δεν πηγαίνω με βιβλίο που κοστίζει ένα εικοσάρικο να το λαδώσω στην παραλία. Δε θέλω να πληρώσω για να περπατήσω στα βότσαλα και να μπω σε μια θάλασσα που δεν ξέρω κάθε χρονιά αν είναι κατάλληλη ή αν θα με μαζέψουν με πυώδη σταφυλόκοκκο. Ούτε στεφάνια πρωτομαγιάτικα με ασθενικές πρασινάδες. Δεν έχω εποχές, δεν υπάρχουν. Έγιναν όλα μια ευθεία.

Έρχεται χειμώνας, το ξέρω. Μέχρι προχθές τραγουδούσαν τα τζιτζίκια. Είχαν πάψει κι αυτά και με ξεγέλασαν, κατέβασα τα ρούχα τα βαριά από το πατάρι, ύστερα βγήκε πάλι ένας ήλιος ξερός και καυτός κι αυτά άρχισαν ξανά το τραγούδι. Και θυμάμαι τον Αίσωπο, και το τζίτζικα που τραγουδούσε μέχρι που το ζωνάρι του δεν είχε άλλο να τρυπήσει. Σα να μου θυμίζουμε λιγάκι τα τζιτζίκια, αυτούς τους αιώνιους εραστές του καλοκαιριού, τους ακούραστους παραμυθάδες και γλεντζέδες, με έναν χειμώνα που έρχεται αλλά δε λέει να φτάσει, κι όταν φτάσει θα είμαστε απροετοίμαστοι, γυμνοί, και μόνοι. Ξανά, αριθμοί στα στιχάκια των στατιστικών. Και φέτος.

& Εκείνος

Όλοι λένε ότι η άνοιξη αντιπροσωπεύει την αναγέννηση, την ανανέωση, την ανάσταση. Για μένα όλα αυτά είναι το φθινόπωρο. Η αγαπημένη μου εποχή και από τότε που μετοίκισα στη Σκανδιναβία, η εποχή που νιώθω ότι …αναγγενούμαι, ανανεώνομαι, ανασταίνομαι.

Έχω και νότιες αναμνήσεις φθινοπωρινές. Εκεί χαμένες στη δεκαετία του εξήντα και του εβδομήντα. Τότε που κατέβαινες στο Ζάππειο που ήταν γεμάτο καστανάδες και καλαμπόκι. Τότε που εμφανίζονταν οι άλλοι με το πασατέμπο και το αράπικο φιστίκι. Τα θυμάται κανένας αυτά;

Η Αθήνα ήταν πολύ όμορφη τότε. Δεν ήταν απλά τα δέντρα, οι έστω λίγες νεραντζιές, που αλλάζανε χρώμα, ήταν το πρώτο βοριαδάκι από τα βουνά, ήταν τα πουλόβερ και τα μπουφάν, το πρωινό χουχούλιασμα κάτω από το πάπλωμα. Δεν ήταν μόνο τα σχολεία που ανοίγαν, ήταν οι καστανάδες, ήταν που σκοτείνιαζε νωρίς, ήταν το άλσος του Παγκρατίου που τα ζαχαροπλαστεία μαζεύαν τις καρέκλες και το γεγονός ότι περπατούσες από την πλευρά του ηλίου για να σε κρατάει ζεστό κι όχι στη σκιά των κτιρίων.

Ήταν και που έφευγε αυτή η καλοκαιρινή ζέστη που είχε κάψει τα πάντα και ένιωθες κάτι γύρω σου να ξανακουνιέται. Ένιωθες τη τάση της δημιουργίας μέσα σου, την υπόσχεση για κάτι καινούργιο. Βέβαια κάποια στιγμή στα μέσα του ’80 που γύρισα φθινόπωρο, βρήκα κάτι λίγους καστανάδες αλλά βρήκα και πολύ νέφος να σκεπάζει τα πάντα. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Ας μείνουμε στα θετικά.

Τους καστανάδες της Αθήνας – και ειδικά αυτούς στο Ζάππειο – τους έχω συνδέσει τόσο πολύ με τη πόλη και το φθινόπωρο που ποτέ δεν αγοράζω καστανά όπου κι αν βρίσκομαι, όπου κι αν τα βρω. Θέλω κάστανα μόνο από καστανά στην Αθήνα. Νιώθω ότι μόνο εκείνα έχουν την ..καστανιένια γεύση που θέλω. Τώρα γράφοντας αυτές τις λέξεις πέρασαν από τα μάτια του μυαλού μου εικόνες από ραγισμένα πρόσωπα και μάτια χαμένα στη φτώχεια που η αδικία τους οδήγησε στη γωνιά των δρόμων να πουλάνε κάστανα …αλλά είπαμε, θα μείνουμε στα θετικά.

Να βγουν τα χειμωνιάτικα από τη ντουλάπα, τα χαλιά και τα κιλίμια να ξεσκονιστούν και καθαριστεί το σπίτι για το χειμώνα. Τα κάνουν αυτά οι σημερινοί Αθηναίοι; Δεν ξέρω. Λείπω πολλά χρόνια και οι αναμνήσεις μου περιορίζονται σε μια γιαγιά που έβγαζε από το πατάρι τις παλιές βαλίτσες με τα χειμωνιάτικα. Τα πουλόβερ και τα παλτά. Έχουν σήμερα πουλόβερ και παλτά οι άστεγοι της Αθήνας; Ποιός φροντίζει και ποιος ξέρει; Ποιος ενδιαφέρεται; Το κράτος; Ποιο κράτος; Αλλά είπαμε …θα μείνουμε στα θετικά.

Το φθινόπωρο στη Σκανδιναβία είναι μια παλέτα από χρώματα, αποχρώσεις του καφέ. Από το σκούρο κίτρινο, στο πορφυρό, στο αγνό καφέ και στην απαλή ώχρα. Οι 5000 αποχρώσεις του καφέ. Ο αέρας παγωμένος, καθαρός, αναζωογονητικός. Ο ουρανός γεμάτος λευκά σύννεφα και πότε-πότε μια βροχούλα, προειδοποίηση, ο χειμώνας έρχεται. Η φύση σε ποιητική δράση και δημιουργία. Βόλτα στο δάσος και παιχνίδι στα πάρκα. Στα πεντακάθαρα πάρκα. Να τα λέμε κι αυτά.

Κάπου-κάπου βλέπεις κι έναν πλανόδιο πωλητή να πουλάει καλαμπόκι ή ζεστά λουκάνικα. Προφυλαγμένος από το κρύο, σίγουρος ότι καμία δουλειά δεν είναι ντροπή κι αν χρειαστεί, το κράτος εδώ είναι για να τον βοηθήσει. Να τα λέμε κι αυτά.

Τα φώτα στους δρόμους συνέχεια αναμμένα γιατί εδώ το σκοτάδι ξεκινάει πολύ νωρίς, σε μερικά μέρη η μεγάλη νύχτα, που θα κρατήσει μέχρι τον Μάρτιο, έχει ήδη ξεκινήσει και πιο βόρεια έριξε το πρώτο χιόνι. Οι φτωχοί θα πάρουν την καθιερωμένη βοήθεια για τον χειμώνα που έρχεται και όλοι μιλάνε για την ανάγκη να φτιαχτούν καινούργια «καταφύγια» γιατί τώρα με τις μετακινήσεις πληθυσμών έχουν αρχίσει και εμφανίζονται κάποιοι άστεγοι, και το κράτος δεν μπορεί να αφήσει πολίτη του, αυτόν που ζει στο έδαφός του και είναι ευθύνη του, χωρίς στέγη και φαγητό. Να τα λέμε αυτά.

Εδώ μετράμε φθινοπωρινά φύλλα που πέφτουν και πολύ φοβάμαι στην Ελλάδα θα μετράμε ανθρώπους που χάνονται. Πάλι! Για άλλη μια χρονιά.



Αν θέλετε να διαβάσετε το «Δέντρο της προσφυγιάς», ένα βιβλίο των Κατερίνας Χαρίση, Gordana Mudri,  Σία Πέρρου και Νατάσα Τσιτσιριδάκη πατήστε εδώ!


Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Εκείνη & εκείνος

Εκείνη, η Κατερίνα Χαρίση, είναι στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας της, συγγραφέας πολυγραφότατη από τρέλα και πάθος, σύζυγος και μαμά δυο υπέροχων γιων.

Εκείνος, ο Θάνος Καλαμίδας, είναι στην πέμπτη δεκαετία του για τα καλά και γνωστός γκρινιάρης.

Εκείνη στην Ελλάδα κι εκείνος 3.500 χιλιόμετρα μακριά. Εκείνη εννιά μήνες ήλιο, εκείνος εννιά μήνες σκοτάδι, εκείνη παραλία εκείνος χιόνι. Και οι δυο θα σας κρατάνε συντροφιά μια φορά την εβδομάδα με ένα θέμα που θα γκρινιάζουν, θα διαφωνούν και μερικές φορές ακόμα και θα συμφωνούν, όλα αυτά με τίτλο: Εκείνη & Εκείνος.

Εκείνη & Εκείνος, φύλλα φθινοπωρινά

γράφουν η Κατερίνα Χαρίση και ο Θάνος Καλαμίδας.

Εκείνη & Εκείνος «ζουν» τις εποχές μαζί με τα φθινοπωρινά φύλλα που πέφτουν.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο