Guest

Άβατον

brick-wall-toixos-touvla

ένα ποίημα του Μάνου Μαυρομουστακάκη.

ΑΒΑΤΟΝ

Με δύσθυμη ματιά
έψαχνε ν’ αναγνωρίσει τα τείχη που θα τον εγκλώβιζαν.
Είχε διαβάσει πολλά εγχειρίδια ψυχολογίας
και δοκιμασμένες συνταγές ψυχαναλυτικής προσέγγισης.
Είχε επίσης βυθομετρήσει και αμέτρητες,
ωραιοπαθείς φιλοσοφικές αναλύσεις.
Καταληκτικές ήταν όλες, για την
πέραν πάσης αμφισβήτησης, οριοθέτηση του.
Οι εμπειρίες του, βιωμένες ήταν εμπειρίες παρελθόντος,
με άλλη μορφή, ίσως και άλλο περιεχόμενο,
προσαρμοσμένο ωστόσο στο ακούσιο παρόν του.
Όχι, δεν ήταν εκεί ο άνθρωπος που είχε μάθει να διαβάζει.
Άλλος ήταν στη θέση του,
απελεύθερος των πρώτων του δεσμών,
όμως εγκλωβισμένος οπωσδήποτε σε νέα.
Ωστόσο οι ομίχλες που ήθελε απουσίαζαν
και τα τούβλα των κατασκευών ολόγυρα,
δεν ήταν τα δικά του.

Αγαπητέ μου «άλλε», είσαι απελεύθερος;
Εσύ, ο πιο αποφορτισμένος των δεσμών δεσμώτης;
Πού χάθηκαν οι εσω-λέξεις σου, οι φυλαγμένες,
για τα καρφιά των ανελεημόνων σταυρωτών;
Πού χάθηκαν οι σταυρωτές;
Μόνος πώς απέμεινες; Σε ποιον παράδεισο;
Χωρίς τη σχέση των συναναστροφών;
Έτσι είναι ο παράδεισος;
Ένα μοναχικό, ιδιότυπο ξαπόσταμα;
Χωρίς να αναζητείς, χωρίς να σ’ αναζητούν;

Μήπως να εκτίμησα λάθος;
Εγώ αναζητώ άλλωστε.
Κάποιος ανέφερε για το δύσθυμο το βλέμμα μου.
Να τον πιστέψω, δίχως δισταγμό,
μην και χαθώ μονάχος σε τούτο δω τον … χώρο,
τον μη χώρο, των αβλάστητων,
των απαίσια αισιοδοξούντων,
ότι ετούτος εδώ παράδεισος.

Φωτεινέ περίγυρε,
από μένα εκκινείς και απλώνεσαι,
για μένα φαίνεται να υπάρχεις,
οπότε δε γίνεται να είσαι κόλαση.
Με τόσο φως.  Εκτός…
εκτός κι αν φωτίζεις όσα δεν ήθελα να δω,
όσα σε όλη μου τη ζωή τα κρύβω.
Μου άφησες ωστόσο
το δικαίωμα των λογικών συνεπαγωγών…
για να σκεφθώ, τι άραγε;
Για ποιόν ύπουλο λόγο;

Μόνος,
χωρίς την κόλαση των άλλων.
Δεν μπορεί άλλο από παράδεισος
κι αυτά τα τούβλα απέναντι
καθόλου δε με πνίγουν.
Απεναντίας, τα βλέπω να κινούνε για φευγιό,
ως να ξεφουσκώνουν από μέσα μου, για κάπου,
ποιος ξέρει που…
Όμως ξαλαφρώνουν τον χρόνο μου,
που αδυνατώ να τον μετρήσω,
χωρίς μνήμη, παρελθόν ή μέλλον.
Σαν να αιωρούμαι, αιώνια στάχτη
ενός παρόντος, που
δε ξεκίνησε και δε πάει πουθενά.

Ποιός όμως ανέφερε για δύσθυμη ματιά;
Αν δεν είχα να προσμένω κάτι… γιατί δύσθυμη;
Τη γλώσσα, γιατί μου την άφησε;
Ποιός μου έταξε αυτή τη καταδίκη;

Αν… εντούτοις … κανείς;
Αν ξεχασμένος μεταξύ άλλων
σε στρατόπεδο αξιολόγησης,
όπου καθείς και μερτικό;
Τί σόι στρατόπεδο θα ήταν τούτο,
χωρίς φράχτες και όρια;
Μόνος εγώ ξεχάστηκα;

Μπορεί πάλι και να απατώμαι,
δικαιωμένος ίσως και να γεύτηκα
τους καρπούς που επιζητούσα
και να χωνεύω τώρα,
μακριά από τη συνάφεια των βδελυρών και των απαίσιων.

Μα αν έτσι, τώρα προς τί θα αγωνίζομαι;
Τί να την κάνω τούτη τη δικαίωση,
την παγωμένη;
Σαν μοναξιά της μοναξιάς μου;

Αν περίμενα;
Στο παρόν όμως δεν έχεις να περιμένεις…
ούτε να απολαμβάνεις έχει νόημα.
Χωρίς μοιρασιά
χωρίς μνήμη
χωρίς χρόνο.
Φοβάμαι πως και να φοβηθώ,
ίδια δεν έχει νόημα.
Άλλωστε, ούτε αυτό μπορώ
και τα τούβλα που φεύγουν
στο τέλος φαίνεται πως θα χαθούν,
ως να μην υπήρξαν ποτέ στ’ αλήθεια,
ως να μην υπήρξα κι εγώ μαζί τους σύστοιχος

 ποτέ στ’ αλήθεια.

Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Μάνος Μαυρομουστακάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960.

Απόφοιτος της Μαθηματικής Σχολής του Παν/μίου Ιωαννίνων

Μαθήτευσε στη Φιλοσοφική Αθηνών στο τμήμα «Ιστορία Τέχνης»

Πρόσφατα εξέδωσε

Τις ποιητικές συλλογές «Οδοιπόρες λέξεις» και «190+1 χάικου», εκδ. Γαβριηλίδης

και το θεατρικό έργο «Η Παράσταση»   εκδ. Δωδώνη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Άβατον

ένα ποίημα του Μάνου Μαυρομουστακάκη. ΑΒΑΤΟΝ Με δύσθυμη ματιά έψαχνε ν’ αναγνωρίσει τα τείχη που θα τον εγκλώβιζαν. Είχε διαβάσει