Guest

«Αδικημένη γενιά»

 

       Παρ’ όλα αυτά, ζήσαμε. Και όταν αργότερα ήλθαν λίγο καλύτερες μέρες, αναλογιζόμενοι τα παλιά άσχημα χρόνια, εκτιμούσαμε αυτά που είχαμε και τα απολαμβάναμε. Προασπαθούσαμε να χτίσουμε τα καμμένα σπίτια μας, να μαζέψουμε τα σκορπισμένα κομμάτια της ζωής μας και είμαστε ευτυχισμένοι που ζούσαμε και απολαμβάναμε τη προσπάθεια να ξανασταθούμε στα πόδια μας. Πανηγυρίζαμε για κάθε επιτυχία, όσο μικρή και αν ήταν και είμαστε ευγνώμονες σε όσους μας έδιναν χέρι βοήθειας. Δεν βρίσαμε κανένα, δεν σπάσαμε, δεν διαδηλώσαμε, δεν μάθαμε ποτέ τι είναι «μολότωφ» και, φυσικά, δεν τη χρησιμοποιήσαμε.

       Και φτάνουμε στα σημερινά παιδιά. Ευθυτενή, θρεμμένα, καλοντυμένα με τη τελευταία μόδα, πανεπιστημιακά μορφωμένα, γλωσσομαθή, πανέξυπνα, με τηλέφωνα τελευταίας μόδας, με Ipads, παιδιά που ποτέ δεν αντιμετώπισαν την άρνηση σε ό,τι ζήτησαν από τους γονείς τους, τα ακούμε να εκφράζουν συνεχώς παράπονα. Για όλα. Για τη κυβέρνηση, για τους νόμους, για την Εκκλησία, για την οικονομία, για την παλιά γενιά, για τους ξένους, για το κεφάλαιο, για την αγορά, για τη συγκοινωνία, για ότιδήποτε έρχεται στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια των συζητήσεών τους στη καφετέρια. Δεν εκφράζονται ικανοποιημένα από τη ζωή τους και, γενικά, από τη δομή της κοινωνίας. Και ό,τι θέλουν, ζητούν να τους το «δώσουν» και όχι να το «αποκτήσουν». Και αποζητούν αλλαγές αλλά χωρίς κατά ένα συγκεκριμένο τρόπο. Τι θα προκύψει, θα το δούμε αργότερα. Αλλά τα πράγματα, όπως είναι τώρα, δεν μας ικανοποιούν και επομένως πρέπει να τα αλλάξουμε. Πως; Με κάθε μέσον, ανεξάρτητα από τη νομιμότητά του. Και σε αυτή τη περίπτωση κάθε νόμος, κάθε εξουσία, που στέκεται ενάντια, από οπουδήποτε και αν προέρχεται, είναι ο «εχθρός».

       Και, ευλόγως, αναφύεται τι ερώτημα: Γιατί αυτή η οργή, γιατί αυτή η ανυπακοή, γιατί όλη αυτή η θανατηφόρα αντίδραση; Γιατί; Γιατί αυτή η καλοαναθρεμένη νεολαία δεν έμαθε ποτέ και επομένως δεν ξέρει πως να αντομετωπίσει το «‘Όχι» που συναντά μερικές φορές από τη κοινωνία, από το κράτος, από την «εξουσία». Η πλειοψηφία αυτών των παιδιών δεν άκουσε ποτέ από τους γονείς του το «όχι». Ό,τι θέλησε το είχε. Κανένας νέος δεν μπορούσε να φορέσει ρούχο που δεν είχε το λόγο μιας αναγνωρισμένης βιομηχανίας, ούτε μπορούσαν να φορούν κάθε μέρα το ίδιο ρούχο. Ήταν ντροπή. Ακόμα και φτωχοί γονείς, έχοντας νιώσει κατά το παρελθόν τη φτώχια κκαι τη μιζέρια, προσπαθούσαν να ικανοποιήσουν κάθε επιθυμία που θα εκφραζόταν από τα παιδιά τους. Να μη στερηθούν, όπως αυτοί κατά το διάστημα της δυστυχίας που πέρασε η χώρα μας και ο λαός της. Η οικογενειακές παραδόσεις εξέλειπαν προς χάριν της προσαρμογής των γονιών προς το ωράριον του «παιδιού». Έτρωγαν ό,τι ήθελαν και ό.τι ώρα ήθελαν. Για τα νέα παιδιά της μεταπολίτευσης δεν υπήρχαν κανόνες συμπεριφοράς. Δεν υπήρχε διάθεση για την εκτελεση ενό μικρού «θελήματος». Η Μαμά δεν άφηνε τα παιδιά να μαζεύουν τα ρούχα τους όταν άλλαζαν, ή να μαζεύουν τα βιβλία τους, ή να είναι στην ώρα τους στο δείπνο. Τα παιδιά μπορούσαν να κάνουν και να πουν ό,τι τους κατέβαζε χωρίς κανείς να τους πει ότι αυτό ή εκείνο απαγορεύεται. Το «πρέπει» και το «απαγορεύεται», σαν έννοιες, δεν διαμορφώθηκαν ποτέ στη συνείδηση του παιδιού. Η έννοια «καθήκον» δεν πήρε ποτέ στη θέση του στη συνείδησή του για να διαμορφωθεί ο χαρακτήρας και να γίνει σωστός πολίτης με πλήρη συναίσθηση των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων, που πρέπει να χαρακτηρίζει ό,ποιον θεωρεί τον εαυτό του δημοκράτη. Ποιος γονιός σήμερα προτρέπει το παιδί του να προσφέρει τη θέση του σε κάποιο ηλικιωμένο στο λεωφορείο και το τραίνο;

       Όταν λοιπόν τα παιδιά αυτά βγαίνουν στη κοινωνία, ανακαλύπτουν ότι η κοινωνία δεν είναι σπίτι. Ότι εδώ δεν ισχύουν οι νόμοι του σπιτιού τους. Η κοινωνία δεν χαϊδεύει και δεν κάνει χάρες. Υπάρχουν κανόνες, υπάρχουν μέρη που μπορεί να πας και μέρη που δεν μπορείς. Υπάρχει χρόνος που πρέπει να τηρήσεις. Έξω στη κοινωνία δεν διατίθεται τίποτα δωρεάν. Όλα έχουν μια τιμή, ένα αντίτιμο. Έξω υπάρχουν υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρωθούν και ανάγκες των συνανθρώπων τους που πρέπει να ικανοποιηθούν. Έξω, τα διακαιώματά τους σταματούν εκεί που αρχίζουν τα δικαιώματα των άλλων. Δεν έχουν μάθει ότι υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν κάνουν, αντικείμενα που δεν τους ανήκουν και δεν μπορούν να αγγίξουν.

         Επειδή όμως δεν έχουν υπακούσει ποτέ στη λέξη «Όχι», επειδή ποτέ δεν την έχουν ακούσει, είναι επόμενον ότι επαναστατούν. Πως τολμά κάποιος, ο οποιοσδήποτε κάποιος, να του αρνηθεί αυτό που θέλει να πάρει, να πεί, να απολαύσει, να αισθανθεί ότι του ανήκει; Όλος ο κόσμος, σύμφωνα με την ανατροφή του, είναι δικός του, του ανήκει και θα πρέπει με οποιοδήποτε τρόπο να το αποκτήσει. Και μάλιστα με το μικρότερο δυνατό κόπο και προσπάθεια.

         Ευτυχώς, η πλειοψηφία (silent majority) δεν είναι σαν αυτούς που περιγράφω παραπάνω και συμβιβάζονται και προσαρμόζωνται με τη νέα κατάσταση. Άλλοι πέφτουν σε κατάθλιψη και υπάρχουν πολλές περιπτώσεις αυτοκτονίας, οι δε υπόλοιποι επαναστατούν βίαια κατά κάθε εξουσίας. Εναντίον όποιας αρχής τους λέι «Όχι». Ονομάζοντας τους εαυτούς τους «αντιεξουσιαστές» ή «αναρχικούς», οργανώνονται σε ομάδες και προβαίνουν σε παράνομες και, πολλές φορές, τρομοκρατικές, ενέργειες. Φορούν κουκούλες για να μην αναγνωρίζονται και υποστούν τις συνέπειες του νόμου και οργανώνουν επιδρομές σε κτίρια, σε μαγαζιά, σε αυτοκίνητα, σε σχολεία, με την αντίληψη ότι παίρνουν εκδίκηση τιμωρώντας αυτούς που νομίζουν ότι στέκονται εμπόδιο στις επιδιώξεις τους. Εκμεταλεύονται κάθε κινητοποίηση οργανωμένης συνδικαλιστικής ομάδας και δημιουργούν φαινόμενα ταραχών που θα τους επιτρέψει, στην αναστάτωση να προβούν σε έκνομες ενέργειες και καταστροφές, που το 2007 κατέληξαν με το θάνατο τριών υπαλλήλων της ΜΑΡΦΙΝ ΒΑΝΚ. Ενός εξ αυτών εγγύου γυναίκας.

       Το χειρότερο όλων όμως, είναι το γεγονός ότι μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας δικαιολογεί τις συμπεριφορές τους με το αιτιολογικό ότι είναι «νέοι» και, κατά κάποιο τρόπο, πάντα οι νέοι πρωτοστατούν στις αλλαγές της κοινωνίας. Διάβασα γραφτό ενός νέου ανθρώπου που απαξίωνε τους διαδηλωτές επειδή δεν έσπασαν αρκετά στην επέτειο του θανάτου του νεαρού Γρηγορόπουλου. Αναρωτιόταν τότε: Γιατί καταλάγιασε το μίσος; Και όλα αυτά επειδή δεν έσπασαν τα πάντα. Και όταν, με γραφτό μου, αναρωτήθηκα προς τι αυτό το μίσος και η οργή, πήρα την εξής απάντηση από ένα νέο άνθρωπο που ανήκει στη κατηγορία της σιωπηλής πλειοψηφίας, που προσαρμόστηκαν στη παρούσα νομιμότητα: Πρέπει να παραδεχτείτε κ. Λυκογιάννη, ότι είμαστε η πιο αδικημένη γενιά.

       Επειδή πρόκειται πράγματι περί εκλεκτού νέου και εκτιμώ τη κρίση του, απορώ και προσπαθώ να βρώ τα αίτια που αυτός και η κοινωνία, γενικότερα, αποδέχονται τη παρανομία, ακόμα και το έγκλημα, σαν δικαιολογημένο μέσο διαμαρτυρίας. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι η οικονομική κρίση, που διέρχεται σήμερα η χώρα μας, έχει διαταράξει τη ροή της επαγγελματικής πορείας των νέων, αλλά αυτό δεν θα πρέπει να ακυρώνει το πατριωτικό τους συναίσθημα ούτε να επιδιώκουν τη διατάραξη της ομαλής λειτουργίας της δημοκρατίας και της ομαλότητας της ζωής της υπόλοιπης κοινωνίας. Σαν νέοι και μορφωμένοι άνθρωποι, θα πρέπει να ξέρουν πως για κάθε πρόβλημα υπάρχει πάντα κάποια λύση, που, στη περίπτωσή τους, ποτέ δεν θα βρούν όταν είναι συναισθηματικά φορτισμένοι και μάλιστα με οργή και μίσος. Ούτε θα πρέπει να θέτουμε τον εαυτό μας στο κέντρο κάθε ενέργειάς μας, γιατί δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτό το κόσμο ούτε και μπορούμε να ζήσουμε μόνοι μας

         Ψυχραιμία λοιπόν, ας κάνουμε χρήση της κοινής λογικής και ας λάβουμε υπ’ οψιν ότι για κάθε κακό υπάρχει πάντα και κάτι χειρότερο.

         Π.χ. Αυτά που έζησε η δική μου γενιά



Προηγουμενο ΑρθροΕπομενο Αρθρο

Ο Κωνσταντίνος Λυκογιάννης, είναι συνταξιούχος επιχειρηματίας και διαμένει στη Νέα Υόρκη. Γεννήθηκε στο Νομό Ηλείας πριν 90 χρόνια και πριν φύγει για την Αμερική, ήταν υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας στη Κηφισιά και ασχολείται με το γράψιμο ερασιτεχνικά.

«Αδικημένη γενιά»

γράφει ο Κωνσταντίνος Λυκογιάννης.      


Θυμάμαι, ότι όταν πήγαινα στο Δημοτικό στο χωριό μου, και επειδή ο πατέρας μου ήταν «νοικοκύρης» και φορούσα παπούτσια, έβγαζα τα δικά μου για να είμαι ξυπόλυτος, επειδή οι φίλοι μου δεν φορούσαν. Και όταν τα απογεύματα βρέχαμε τη φέτα του ψωμιού μας και το πασπαλίζαμε με ζάχαρη, η μάνα μου δεν μας άφηνε να βγούμε έξω στο δρόμο γιατί υπήρχαν γειτονόπουλα που δεν είχαν ζάχαρη στο σπίτι τους. Μετά τη κατοχή, μετά τη διακοπή τριών χρόνων, που άρχισα να φοιτώ πάλι στο Γυμνάσιο, πήγαινα κάθε μέρα με το ίδιο πανταλόνι με δυο μπαλώματα στο κάθισμα και δύο στα γόνατα. Και περπατούσαμε 4 χιλιόμετρα στις σιδηροδρομικές γραμμές για να πάμε στο σχολείο, με τρύπιες σόλες στα παπούτσια μας. Χωρίς βιβλία, που για να δώσουμε εξετάσεις διαβάζαμε τις σημειώσεις μας. Και όταν, για να μη περπατάμε, νοικιάζαμε ένα δωμάτιο στο κεφαλοχώρι του Γυμνασίου, η μάνα μας μας έδινε ένα καρβέλι ζυμωτό ψωμί στο τράστο για να περάσουμε τη βδομάδα.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο