Τρίτη, 26 Ιούνιος 2018 06:40

Γιατί οι δανειστές αποδέχονται πλέον τον δύσκολο «παίχτη» Κ. Μητσοτάκη

  Γιώργος Κοντογιάννης

γράφει ο  Γιώργος Κοντογιάννης.

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο συνοδοιπόρος του, μπορεί να πανηγυρίσουν από τώρα για την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, προβάροντας γραβάτες, αλλά η πραγματικότητα είναι σκληρή. Η Ελλάδα έχει να διανύσει ακόμα μια σκληρή πενταετία, στην οποία θα υλοποιηθεί το 4ο σκληρό και μακροχρόνιο μνημόνιο των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

 

Δεν πρόκειται να αναλύσουμε το ότι δεν υπάρχει καθαρή έξοδος. Αυτό το καταλαβαίνουν οι πάντες. Και όσοι δεν το έχουν καταλάβει θα το νιώσουν από 1η Ιανουαρίου 2019. Θα επικεντρωθούμε στην επόμενη μέρα του μνημονίου. Στη μέρα που η Ελλάδα θα βρεθεί στις αγορές και θα πρέπει να αντιμετωπίσει την ωμότητα των αγορών και του δανεισμού χωρίς στηρίγματα.

Το ερώτημα, πλέον, και αυτό θα είναι το διακύβευμα των εκλογών, θα είναι ποιος θα μπορέσει να προσφέρει περισσότερη οικονομική ασφάλεια στη χώρα στα πρώτα της βήματα, ξανά στις αγορές: Ο Αλέξης Τσίπρας ή ο Κυριάκος Μητσοτάκης peiraiws-kokkina-daneia

Για την έξοδο στις αγορές ο Αλέξης Τσίπρας απέρριψε την προληπτική γραμμή στήριξης και υιοθέτησε το ταμειακό απόθεμα (cash buffer) που συγκεντρώνει η Κυβέρνηση αφαιμάζοντας την ελληνική οικονομία, με κίνδυνο να διαρρήξει πλήρως τον κοινωνικό ιστό.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την άλλη, πρόκρινε μια τρίτη λύση: Την αξιοποίηση των 27,4 δις που είναι αναξιοποίητα κεφάλαια από το τρίτο δανειακό πρόγραμμα των 86 δις ευρώ που συμφώνησαν οι εταίροι  να διαθέσουν στην Ελλάδα.

Είναι σαφές ότι ο κ. Τσίπρας δεν θέλει να δυσαρεστήσει τους πιστωτές οι οποίοι όπου βρεθούν κι όπου σταθούν έχουν έναν καλό λόγο για τον καλύτερο μνημονιακό πρωθυπουργό.

Για το χρέος ο πρόεδρος της ΝΔ σε όλα τα ευρωπαϊκά fora το τελευταίο διάστημα υπενθύμιζε στους εταίρους και δανειστές ότι είχαν δεσμευθεί για μείωση του χρέους από το 2012. Και τους καλούσε να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει από τότε έναντι της Ελλάδας.

Είναι σαφές ότι η συμφωνία αυτή θα είχε ολοκληρωθεί αν ο κ. Τσίπρας δεν έριχνε, στα τέλη του 2014, την κυβέρνηση Σαμαρά. Εκείνο που πέτυχε ο κ. Τσίπρας με την τελευταία απόφαση του Eurogroup ήταν να εξασφαλίσει – σε ένα βαθμό- τα αυτονόητα που ο ίδιος είχε ματαιώσει.
Υπενθυμίζεται ότι το 2014 το χρέος ήταν στο 180 % του Α.Ε.Π. και το 2018 αναμένεται να φτάσει το 191,3% του Α.Ε.Π..

Από το 2016, σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση του χρέους, η Νέα Δημοκρατία είχε επισημάνει ότι οι λύσεις πρέπει να κινούνται στην κατεύθυνση επιμήκυνσης της περιόδου χάριτος, επιμήκυνσης της περιόδου αποπληρωμής, χαμηλότερων επιτοκίων και μετατροπής των κυμαινόμενων επιτοκίων σε σταθερά.

Τι πρότεινε ο κ. Τσίπρας; Τίποτα. Πήρε ό,τι του έδωσαν οι δανειστές. Φυσικά και δεν ανέφερε καν την προεκλογική του δέσμευση για διαγραφή του συνόλου του χρέους ή- έστω- του 50% του χρέους ή δεν ξέρω τι άλλο υποστήριζε εκείνη την περίοδο. Μετά τις εκλογές και αφού προσγειώθηκε στην σκληρή πραγματικότητα, ο ίδιος και ο συνοδοιπόρος του Πάνος Καμμένος, άρχισαν να κάνουν λόγο για «επιμήκυνση» κλπ… Και σε αυτό το μείζον ζήτημα, η κυβέρνηση πηγαίνοντας «στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα», πέτυχε λιγότερα από τους προκατόχους της.

Πάντως σε κάθε περίπτωση η όποια συμφωνία για το χρέος από μόνη της δεν είναι επαρκής για να θέσει την ελληνική οικονομία σε μια διατηρήσιμη τροχιά ανάπτυξης.

Η χώρα χρειάζεται αλλαγές. Χρειάζεται τομές. Χρειάζεται μεταρρυθμίσεις που μόνο μια κυβέρνηση και ένας πρωθυπουργός που πιστεύουν σε αυτές μπορούν να πετύχουν. Η χώρα χρειάζεται ένα φιλελεύθερο αναπτυξιακό πρόγραμμα που θα της ξαναδώσει την χαμένη αξιοπιστία της , μετά τις τριετής παλινωδίες Τσίπρα.

Ήδη ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις επαφές του με ξένους ηγέτες καθιστά σαφές ότι ως πρωθυπουργός δεν πρόκειται να αλλάξει την πολιτική και οικονομική φιλοσοφία του, εξ αιτίας ενός πρόσκαιρου πολιτικού κόστους, το οποίο ωστόσο θα γίνει μόνιμο για την παράταξη αν δεν αξιοποιηθεί η εμπιστοσύνη του λαού και δεν ληφθούν οι αναγκαίες πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις.

Η μεγαλύτερη ωστόσο πολιτική απόφαση είναι η δημιουργία κράτους. Κράτους λειτουργικού και δίκαιου.

Αν ο κάθε επενδυτής γνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία έχει ξεφύγει από τη λογική του κρατικοδίαιτου καπιταλισμού και αντιμετωπίζει επί ίσοις όροις τους επιχειρηματίες, τότε θα τολμήσει να έλθει στην Ελλάδα. Αν κάθε επενδυτής γνωρίζει ότι τα σχέδιά του δεν θα χαθούν στα γρανάζια της ελληνικής γραφειοκρατίας και ότι δεν θα χρειασθεί να πληρώσει γρηγορόσημο, τότε τολμήσει να έλθει στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερο αν το κράτος είναι δίπλα του και όχι απέναντί του και η φορολογία του δίνει τη δυνατότητα να επανεπενδύει και να πολλαπλασιάζει τα κέρδη του. Γιατί πρέπει επιτέλους να γίνει συνείδηση σε όλους ότι ελεύθερη οικονομία χωρίς κέρδος δεν μπορούν να συμβαδίσουν.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην αναμέτρησή του με τον Αλέξη Τσίπρα πρέπει να αποδείξει ότι είναι ικανός να κάνει το κράτος να λειτουργήσει με νέους κανόνες και νέο πλαίσιο, που θα στηρίζεται στην ισονομία, στην παροχή ίσως ευκαιριών για όλους και όχι στην προώθηση ημετέρων ή κομματικών φίλων. Ίσως για να το πετύχει χρειαστεί να εναντιωθεί με συμφέροντα δεκαετιών που έχουν τεράστια ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση της οικονομίας. Πρέπει όμως να το κάνει. Ό,τι και όποιος αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη της οικονομίας, πρέπει να φύγει από τη μέση.

Τα δείγματα που έχει δώσει μέχρι τώρα κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση.

Δεν είναι τυχαία η αναφορά του προς τον ΣΕΒ:

«Οι επιχειρηματίες συχνά μερίμνησαν μόνο για τα συμφέροντα των μετόχων και όχι

για τη συνολική ευρωστία της αγοράς. Ελπίζω να συμφωνείτε ότι χρειάζεται να αλλάξουμε νοοτροπία συλλογικά. Να τελειώσουμε με τις συνήθειες του παρελθόντος. Να κάνουμε μια νέα αρχή. Ο καθένας να κάνει τη δουλειά του. Εμείς οι πολιτικοί θα πρέπει να δημιουργήσουμε ένα ασφαλές περιβάλλον για επενδύσεις, με χαμηλή φορολογία και μηδενική γραφειοκρατία. Κι εσείς οι επιχειρηματίες θα πρέπει να βοηθήσετε τη χώρα σας τώρα που σας έχει ανάγκη. Με επενδύσεις».

Η Ελλάδα έχει όντως ανάγκη από αλλαγές. Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι απλά να γίνει πράξη το σύνθημα «άλλαξέ τα όλα» γιατί τότε φθάνουμε στο άλλο άκρο. Το ζήτημα είναι να αλλάξουν εκείνα που πρέπει να αλλάξουν και να διατηρηθεί ό,τι καλό υπάρχει από το παλιό σύστημα.

Ο λαός έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν πρόκειται να υποστείλει τη σημαία των αλλαγών και στην προσπάθειά του αυτή θα τον στηρίξει.

Την στήριξη του λαού αντιλαμβάνονται και οι ξένοι παράγοντες. Δεν είναι τυχαία η αντιμετώπιση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο ΕΛΚ, αλλά και στις συναντήσεις του με ευρωπαίους ηγέτες. Μπορεί ακόμα και ηγέτες του ΕΛΚ όπως η κυρία Μέρκελ να θεωρούν ότι πρωθυπουργός στην Ελλάδα, σαν τον Αλέξη Τσίπρα, που να τους κάνει όλα τα χατίρια, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξει, οι ίδιοι ηγέτες όμως γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο κ. Τσίπρας ήταν «μιας χρήσεως» και ότι είναι πλέον ένα «φθαρμένο προϊόν» το οποίο δεν μπορεί να τους αποφέρει άλλα κέρδη.

Ο κ. Μητσοτάκης, με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και σταθερό πολιτικό λόγο κι επιχειρήματα, σε κάθε συνάντησή του με τους ηγέτες του ΕΛΚ, βρίσκει την ευκαιρία να στηρίξει τα συμφέροντα της Ελλάδος, έστω κι αν γίνεται δυσάρεστος, τη στιγμή που ο κ. Τσίπρας το μόνο που επιδιώκει είναι να γίνεται ευχάριστος σε εκείνους που όταν ήταν στην αντιπολίτευση εξύβριζε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σχέση του με την κυρία Μέρκελ.

Το θέμα του χρέους όμως δεν ήταν το μόνο ζήτημα που έθιξε ο Πρόεδρος της Ν.Δ. για να υποστηρίξει τα ελληνικά συμφέροντα στην ΚΟ του ΕΛΚ, αλλά και στις συναντήσεις του με τους Ευρωπαίους ηγέτες. Ο Πρόεδρος της Ν.Δ. υπενθύμισε ότι τα ελληνικά σύνορα είναι και εξωτερικά ευρωπαϊκά σύνορα και ζήτησε να υπάρξει αύξηση των πόρων της Frontex, αύξηση του έμψυχου δυναμικού της, ενώ επί πλέον ζήτησε την εφαρμογή μέτρων για την καταπολέμηση του «asylum shopping». Ο κ. Μητσοτάκης, όμως, έθεσε στη συνάντηση της ΚΟ του ΕΛΚ και το ζήτημα των αυξημένων ποσών που η Ελλάδα αναγκάζεται να δαπανά για την Άμυνα (ελάχιστες χώρες ξεπερνούν το 2% του ΑΕΠ, όπως η Ελλάδα). Για το λόγο αυτό, ζήτησε τη λήψη τολμηρών αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την κοινή πολιτική άμυνας, που θα περιλαμβάνουν και την αύξηση των αμυντικών δαπανών των κρατών που σήμερα δαπανούν σημαντικά λιγότερα ποσά από την Ελλάδα.

Στην ίδια λογική θα κινηθεί και στη συνεδρίαση της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ στην οποία είναι προσκεκλημένος.

Και για όσους έχουν δαιμονοποιήσει τη συγκεκριμένη Λέσχη οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι τελικά δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από μια συνάντηση πολιτικών, επιχειρηματιών, δημοσιογράφων, επιφανών ανθρώπων, που συζητάνε -και δεν αποφασίζουν ασφαλώς- για σημαντικά ζητήματα. Είναι δηλαδή μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν πολιτικό να διατυπώσει με ευκρίνεια τις θέσεις της χώρας. Ο κύριος Μητσοτάκης θα υπογραμμίσει στους διακεκριμένους συνομιλητές του τα αυτονόητα δίκαια της χώρας μας, αλλά και το αυτονόητο αίτημα της επόμενης κυβέρνησης της ΝΔ, όταν ισορροπήσει η οικονομία, να εκλογικευθούν τα υπερβολικά πλεονάσματα για τα οποία έχει δυστυχώς δεσμευθεί ο κ. Τσίπρας υπονομεύοντας την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Σε κάθε περίπτωση η νέα πραγματικότητα, όπως διαμορφώνεται τόσο στην παγκόσμια οικονομία όσο και μέσα από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ο κ. Τσίπρας για λογαριασμό της χώρας, κυρίως με το 4ο μνημόνιο, επιβάλλει όχι μόνο σωστή διαχείριση και νοικοκυροσύνη. Επιβάλλει κυρίως αποφασιστικότητα και τόλμη που μπορούν να προκύψουν μόνο όταν ένας ηγέτης γνωρίζει πραγματικά τι θέλει αλλά και πώς και με ποιους θα το εφαρμόσει.

Εκεί βρίσκεται η μεγάλη διαφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αλέξη Τσίπρα. Τη διαφορά την αντιλαμβάνονται πλέον και οι δανειστές, οι οποίοι βλέπουν έναν Τσίπρα έτοιμο να ξανακάνει βουτιά στις αμαρτίες του παρελθόντος και στην πολιτική του λαϊκισμού και των υποσχέσεων που απειλεί την Ευρώπη, δηλαδή και το δικό τους σπίτι. Και δεν θέλουν να υπονομεύσουν –ειδικά τώρα, με όσα συμβαίνουν στον ευρωπαϊκό νότο- την πορεία της Ελλάδος.

Ο σημερινός πρωθυπουργός όταν ανέλαβε τα ηνία της χώρας, αποκαλύφθηκε ότι ήταν «γυμνός» τόσο από σχέδιο και πρόγραμμα, όσο και από ικανούς συνεργάτες. Επί τρία χρόνια βαδίζει στα τυφλά. Γι’ αυτό και είναι εύκολο στους δανειστές να επιβάλλουν τις θέσεις και τις απόψεις τους, μιας και ο ίδιος δεν έχει δική του πρόταση, οπότε πειθήνια ακολουθεί τις εντολές τρίτων, μη έχοντας άλλη λύση.

Η Ελλάδα όμως δεν χρειάζεται, πλέον, τέτοιον πρωθυπουργό… Φτάνει πια. Η χώρα χρειάζεται έναν πρωθυπουργό που ξέρει τι πιστεύει, ξέρει τι θέλει και ξέρει και πώς και με ποιους θα το εφαρμόσει. Χρειάζεται μια κυβέρνηση με συγκεκριμένο σχέδιο που θα οδηγήσει τη χώρα, μέσα από προοδευτικά φιλελεύθερες τομές, στην ανάπτυξη. Οι Έλληνες αξίζουμε μια καλύτερη Ελλάδα. Στο χέρι μας – και συγκεκριμένα στην ψήφο μας- είναι να τη δημιουργήσουμε.



Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 26 Ιούνιος 2018 08:51

Προσθήκη νέου σχολίου

Το apopseis δημοσιεύει όλα τα σχόλια, πλην των υβριστικών. Τα σχόλια εκφράζουν μόνο τον συγγραφέα τους και δεν υιοθετούμε τις θέσεις που εκφράζονται σε αυτά. Αν αντιμετωπίζετε κάποιο πρόβλημα μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο apospeis @ apopseis.gr


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Γιώργος Κοντογιάννης

Γιώργος Κοντογιάννης

Πρώην Βουλευτής Ηλείας, πρώην Υφυπουργός Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας

Σύντομο βιογραφικό

Γεννήθηκε στο Βαρθολομιό Ηλείας το 1962. Έγγαμος με τη Σοφία Χίντζιου και πατέρας δύο αγοριών.

Επάγγελμα:
Δημοσιογράφος.


Κοινοβουλευτικές δραστηριότητες

Εξελέγη βουλευτής του Νομού Ηλείας με τη Ν.Δ. για πρώτη φορά το Μάρτιο του 2004 και επανεξελέγη το 2007, το 2009 και το 2012. Από τον Ιανουάριο έως το Οκτώβριο του 2009 διετέλεσε Υφυπουργός Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Από το 2004 έως το 2007 μετείχε ως Γραμματέας στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου και ως Μέλος στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος και στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Περιφερειών. Τον Οκτώβριο του 2007 εξελέγη Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας της Κ.Ο. της Νέας Δημοκρατίας. Από το  2007 έως και τον Ιανουάριο του 2008 μετείχε ως Μέλος στην Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου και στην  Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος και Ειδική Επιτροπή Περιφερειών. Το 2009 και μετά μετέχει στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων.


Πολιτικές - κοινωνικές δραστηριότητες

Διετέλεσε πολιτικός συντάκτης στην ΕΡΤ και στις εφημερίδες Απογευματινή, Ελεύθερος (1998-1993) και Εστία (1984). Αρχισυντάκτης στην Απογευματινή της Κυριακής (1999-2002). Αρθρογράφος στις εφημερίδες του Πύργου Πατρίς και Πρώτη (2002). Συνεργάτης στην εφημερίδα Εξπρές, μηνιαία περιοδικά και σε επαρχιακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς καθώς και στην εκδιδόμενη από το κόμμα της Ν.Δ. εβδομαδιαία εφημερίδα Νέα Πορεία (1980-1981). Από το 1980 συνεργάτης του Γραφείου Τύπου της Ν.Δ. και εκ των επιτελικών στελεχών του από το Μάρτιο του 1997.

Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ΗΣΑΠ (1989).

Εκ των συγγραφέων της σειράς βιβλίων «Ελλήνων Χρόνος» και «Ελληνισμός και Ορθοδοξία». Έχει γράψει επίσης το βιβλίο «Η Ηλεία στην Ελλάδα της Ευρώπης και της Aνάπτυξης».

Μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), της Ένωσης Κωνσταντινοπολιτών Ηλιούπολης και του Ομίλου «Πολιτεία Ήλιδας Ολυμπίας».

Ενεργό στέλεχος της ΟΝΝΕΔ από το 1976 και στέλεχος της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ του Οικονομικού της Νομικής (1983-1988).


Διεύθυνση e-mail

g-kont@otenet.gr, giorgoskontogiannis1@gmail.com

Τελευταία από τον/την Γιώργος Κοντογιάννης

Σχετικά αντικείμενα (με βάση την ετικέτα)

επιστροφή στην αρχή