130x180 books

130x180 monopati

130x107mathisi

130x300 unicef

 
130x180 amnesty

130x130 warchild


130x130 reporters

130x180 doctors sans


130x180 warchild

130x180 apopseis


130x130 cancer

130x180 twitter

130x300 books

 

 

Διαφήμιση
Πέμπτη, 19 Οκτώβριος 2017 04:27

Η οδός των ζητιάνων

  Μάνος Μαυρομουστακάκης

ένα διήγημα του Μάνου Μαυρομουστακάκη.

Σε λίγο θα βράδυαζε στον καταραμένο δρόμο. Η κίνηση αραίωνε σιγά σιγά και οι φωνές άρχισαν να καταλαγιάζουν. Η κυρία Γκιτ 1 μάζευε τις τελευταίες δεκάρες, που καταδέχτηκαν το κυπελλάκι της και τις έχωσε στο μακρύ της φόρεμα.

 

Σκεβρωμένη από την κακουχία, δεν μπορούσες να μαντέψεις την ηλικία της, ούτε κανενός άλλου άλλωστε, από το ανθρωπολόι εκείνου του δρόμου. Ίσως κάποτε το ύψος της να προσδιόριζε γυναίκα κανονική, αλλά τώρα και τα δύο –ύψος, γυναίκα- είχαν σκεβρώσει την εικόνα τους και την είχαν ανεπίστρεπτα παραμορφώσει.

Τα χέρια της, δυο λιγνά καλάμια πενταπλόκαμα, έσφιγγαν μόνο κέρματα, το ίδιο και τα μάτια της, που κοιτούσαν λαίμαργα μη τυχόν και κάποιο εξ’ αυτών διέφυγε από τη στενή τους επίβλεψη. Σε λίγο θα άφηνε το πλαστικό καφάσι που καθόταν, με την ίδια με κείνη κυρτωμένη πλάτη του, για να επιστρέψει στο διαμέρισμα της. Κάποτε ίσως ήταν πορτοκαλί, τώρα δεν είχε συγκεκριμένο χρώμα, αφημένο καθώς στέναζε από την απλυσιά των χρόνων του.

Η κυρία Γκιτ 1 ήταν μια από τις ενοίκους τής πολυκατοικίας που παράστεκε, ακίνητη σαν αποτρόπαιο μνημείο της εισόδου της. Ήταν ένα εγκαταλελειμένο κτίριο, που κάποτε φιλοξενούσε ... κανονικούς ανθρώπους. Χρόνια ωστόσο αφημένο στη τύχη του, ρήμαζε πια μαζί με τα άλλα κουφάρια τού δρόμου Γκιτ.

ApotamieuwΤο όνομα τής κυρίας Γκιτ 1 ήταν κατασκευασμένο, καθόλου χαϊδευτικό, αλλά το μόνο που αναγνώριζε πια, αφού κι εκείνη είχε λησμονήσει, πως στ’ αλήθεια την έλεγαν. Ανήκε πλέον στην τάξη των ζητιάνων τού δρόμου και διέμενε στην πολυκατοικία με τον αριθμό 1 και αυτό της ήταν αρκετό.

Οι υπόλοιποι ένοικοι δεν προσδιορίζονταν έτσι, αφού εκείνη ήταν η παλαιότερη και ως εκ τούτου είχε αυτό το προνόμιο, ένα νούμερο που της προσέδιδε μιαν άτυπη κατοχή. Αυτό τής έδινε άλλωστε το δικαίωμα να ρυθμίζει τις μικρές λεπτομέρειες των ενοίκων της πληγωμένης πολυκατοικίας.

Σήμερα είχε στηθεί ήδη από το πρωί έξω, μια κυρτή φιγούρα με χέρι να διεμβολίζει το κενό και να το καταπίνει. Κάπου κάπου και κανένα κέρμα. Έτσι διακονούσε τον ατέλειωτο χρόνο της. Άλλωστε και μέσα να έμενε τι περισσότερο θα έκανε;

Ωστόσο πήρε να βραδιάζει και έπρεπε να βιαστεί να επιστρέψει στο διαμέρισμα τού ισόγειου, που ήταν εγκατεστημένη, γιατί πλησίαζε η ώρα που θα ερχόταν το ρεύμα. Είχε αγοράσει και δύο αυγά από τα ελεήματα τής ημέρας, που θα συμπλήρωναν το δείπνο της. Δεν είχε πάει κι άσχημα, αφού τις περίσσεψαν μερικά ακόμα κέρματα που θα τα φύλαγε στην κοιλιά ενός τεράστιου πάνινου αρκούδου. Τα μάζευε, χωρίς να έχει συγκεκριμένο σκοπό και όταν αυτά αυγάτιζαν τα έφτιαχνε μασουράκια χαρτονομίσματα, που επίσης τα φύτευε στη τροφαντή του κοιλιά.

Τα αυγά όμως ήταν πολύ πιο άμεσα χρηστικά. Θα συμπλήρωναν το συσσίτιο με το τυρόψωμο και σήμερα ειδικά θα τα συνόδευε με ένα ποτήρι κρασί, από το χύμα τής πόλης, το μόνο γιορτινό στολίδι στο τραπέζι της. Δεν ήταν τού πιοτού, όπως πολλοί άλλοι από τους ενοίκους του διαβολόδρομου, αλλά το έβαζε στο στόμα της, έτσι για λίγη γεύση, λίγο άρωμα ζωής που λαθραία θα εισέπνεε.

Το ρεύμα ερχόταν καθημερινά κατά τις έξι μέχρι τις οκτώ και ήταν με κρατική επιχορήγηση, αφού κανείς από τους συγκεκριμένους ενοίκους δεν επρόκειτο ποτέ να πληρώσει λογαριασμό. Ευτυχώς νερό είχαν καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, αλλά ελάχιστοι το κατανάλωναν για πλυσίματα, ενώ για πόσιμο οι περισσότεροι προτιμούσαν κάτι πιο δυνατό, συνήθως κρασί ή αλκοόλ κακής ποιότητος.

Η κυρία Γκιτ 1 δεν ήταν απ’ αυτούς. Δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα ούτε τα ποτά τους ούτε την παρέα τους, ωστόσο μια στεγνή κουβέντα μαζί τους δε μπορούσε να την αποφύγει. Από την άλλη δεν ήθελε να φτιάξει εχθρούς, κάτι που θα αύξανε κατά πολύ τους κινδύνους τής διαβίωσης της. Είχαν παρουσιασθεί επανειλημμένως άλλωστε κρούσματα κλοπών, κάποιες φορές ακόμα και μαχαιρώματα, οπότε ήταν ιδιαίτερα προσεκτική και το προφίλ της πολύ χαμηλών τόνων. Η αστυνόμευση κατά μήκος του δρόμου ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και μόνο στις εισόδους του υπήρχε μια πεζή περίπολος δύο ή τριών ατόμων, που ήλεγχε τις μετακινήσεις των επαιτών.

Εξ’ αιτίας της υψηλής παραβατικότητας ο δρόμος Γκιτ δεν είχε περαστικούς, πέρα από τους εργάτες που μοίραζαν ένα υποτυπώδες συσσίτιο, ψωμί, τυρί και κάποιο φρούτο. Ήταν ευδιάκριτοι, γιατί φορούσαν ολόσωμες φόρμες και προστατευτική μάσκα στο πρόσωπο για τον φόβο των επιδημιών. Σε γενικές γραμμές τους σέβονταν και σπάνια είχαν γίνει αποδέκτες βίαιων περιστατικών. Όταν συνέβαινε πάντως, ήταν εκ μέρους ναρκομανών ή άλλων παραβατικών στοιχείων που δεν ανέχονταν ξένη παρουσία στο συνάφι τους ή συνηθέστερα για κάποια ... κακή μοιρασιά.

Η κυρία Γκιτ 1 είχε πιάσει ... μέσον, έναν απ’ αυτούς τους εργάτες και έτσι προμηθευόταν κανένα αυγό ή σαλάμι, φυσικά με το αζημίωτο. Βέβαια αυτά ήταν και τα πιο αθώα που μοίραζαν. Ήταν κοινό μυστικό ότι ναρκωτικά, ποτά και τσιγάρα που ήταν και το κύριο μέλημα της ... προσφοράς, τα διένειμαν παράλληλα με τα συσσίτια, με την κάλυψη επίορκων αστυνομικών, που με αυτόν τον τρόπο καλοσυμπλήρωναν το εισόδημα τους. Θύμιζε κάτι από φυλακή το όλο σκηνικό, με τον δρόμο να έχει αντικαταστήσει τον προαύλιο χώρο και οι ξεχαρβαλωμένες πόρτες, τα κάγκελα.

Κατά τα άλλα η παρουσία τόσων ζητιάνων εκεί δεν ήταν συμπτωματική, κάθε άλλο. Είχε ψηφισθεί νόμος με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, να μεταφερθούν υποχρεωτικά οι αδέσποτοι επαίτες των δρόμων, που εν τω μεταξύ είχαν αυξηθεί δραματικά, και να εγκατασταθούν στις εγκαταλελειμένες πολυκατοικίες με καθεστώς χαλαρής φύλαξης. Επελέγη ο δρόμος Γκιτ. Πολλοί είχαν πάει εκεί με τη θέληση τους, άλλοι πάλι αρνήθηκαν, αλλά ο νόμος ήταν σαφής. Αν δε συμπληρωνόταν ο απαιτούμενος αριθμός, που θα αποσυμφορούσε τις κανονικές συνοικίες, θα διενεργείτο κλήρωση και οι κληρωθέντες θα οδηγούνταν στον συγκεκριμένο τόπο με το ζόρι. Οι ... κανονικοί πολίτες είχαν φθάσει πια στα όρια τους και η κυβέρνηση, που ψηφίστηκε με κυρίαρχη προεκλογική υπόσχεση την απομάκρυνση τους, έπρεπε να αναλάβει δράση. Έτσι επελέγη η οδός των καταραμένων, σε κάποια από τις πιο μαύρες συνοικίες της πόλης, που ούτως ή άλλως είχε ήδη καταληφθεί σε κομμάτι της από διάφορους περιθωριακούς. Με την έλευση όμως των νεοφερμένων πολλοί από τους παλιούς εξαφανίστηκαν και κάτι οίκοι ανοχής που προυπήρχαν εκεί, επίσης έκλεισαν. Ποιος θα άντεχε να ζει στη ζώνη των καταραμένων, αν δεν ήταν ήδη με το ένα πόδι στην κόλαση;

Η κυρία Γκιτ πέρασε και το δεύτερο πόδι της. Σε κανένα δεν είχε ποτέ εκμυστηρευθεί πως έφτασε σε αυτή τη κατάσταση. Ποιον θα ενδιέφερε άλλωστε; Εκεί όλοι ανέβαιναν τον δικό τους Γολγοθά. Δεν περίμεναν καλό από κανέναν.

Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράξενο αυτόν τον δρόμο, επέλεγαν κατα καιρούς κάτι περιθωριακοί του γλυκού νερού, που μπουχτισμένοι από την ... πίκρα τής καλοπέρασης και μην μπορώντας να ξεφουσκώσουν με τίποτα την ανία τους, επισκέπτονταν - με τη συνοδεία φυσικά ντόπιων φυλάκων- τον απερίγραπτο δρόμο. Μάλιστα το φελλινικής εμπνεύσεως σκηνικό είχε γίνει της μόδας και σε κάτι ημιπαρανοϊκούς κουλτουριάρηδες που συμπλήρωναν τις εικόνες τους με τη δανεική δυστυχία, με την ασφάλεια της συνοδείας τους εννοείται και στις δόσεις βεβαίως που άντεχαν. Σπάνια αυτή υπερέβαινε την μία ώρα. Εντούτοις μια τέτοια επίσκεψη αποκτούσε για τους ίδιους την αξία ενός παράσημου τόλμης και οι μετοχές τους στον κανονικό κόσμο που ζούσαν χτυπούσαν ταβάνι. Μάλιστα όση δυστυχία περισσότερη συγκέντρωναν οι αφηγήσεις τους, τόσο πιο περιζήτητοι γίνονταν στις παρέες τους.                                                                                                                

Αυτοί ήταν και ο λόγος που οι ξεμέθυστοι και οι λιγότεροι ... καμμένοι έπιαναν πόστα μετά τις δέκα έξω από τις χάρβαλες τρώγλες τους, ελπίζοντας σε κάποιο κέρμα, ενίοτε και χαρτονόμισμα.                                                                                                      

Η κυρία Γκιτ 1 μη έχοντας πιο μακρινό όνειρο, από ένα αυγό ή ένα σαλάμι, καθήλωνε κι εκείνη –μια εξ΄όλων- την άθλια φιγούρα της στο πλαστικό καφάσι της και ... περίμενε. Έτσι χωρίς κανένα μέλλον. Άλλωστε το είχε εμπεδώσει καλά, ότι η κόλαση δεν έχει εξιτήριο.




Για περισσότερα ποιήματα και διηγήματα του Μάνου Μαυρομουστακάκη στο apopseis πατήστε εδώ και για να παραγγείλετε ένα από τα βιβλία του πατήστε εδώ!


Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 19 Οκτώβριος 2017 04:41

Προσθήκη νέου σχολίου

Το apopseis δημοσιεύει όλα τα σχόλια, πλην των υβριστικών. Τα σχόλια εκφράζουν μόνο τον συγγραφέα τους και δεν υιοθετούμε τις θέσεις που εκφράζονται σε αυτά. Αν αντιμετωπίζετε κάποιο πρόβλημα μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο apospeis @ apopseis.gr


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Μάνος Μαυρομουστακάκης

Μάνος Μαυρομουστακάκης

Ο Μάνος Μαυρομουστακάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960.

Απόφοιτος της Μαθηματικής Σχολής του Παν/μίου Ιωαννίνων

Μαθήτευσε στη Φιλοσοφική Αθηνών στο τμήμα «Ιστορία Τέχνης»

Πρόσφατα εξέδωσε

Τις ποιητικές συλλογές «Οδοιπόρες λέξεις» και «190+1 χάικου», εκδ. Γαβριηλίδης

και το θεατρικό έργο «Η Παράσταση»   εκδ. Δωδώνη

Τελευταία από τον/την Μάνος Μαυρομουστακάκης

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο Τσίπρας στην Αμερική Το θαύμα της Εσθονίας! »